«Όχι» Ανωτάτου σε ύποπτους για ακύρωση ενταλμάτων σύλληψης για εμπρησμό ταξί
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε χθες, Δευτέρα τρεις χωριστές αιτήσεις, για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων certiorari, με τις οποίες τρεις ύποπτοι ζητούσαν την ακύρωση των ενταλμάτων σύλληψης, που είχαν εκδοθεί εναντίον τους τον Ιούνιο του 2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
Οι τρεις υποθέσεις, που εξετάστηκαν την ίδια ημέρα, αφορούσαν την ίδια ποινική διερεύνηση: τον εμπρησμό οχήματος συνταξιούχου οδηγού ταξί στις 30 Απριλίου 2025.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου, δύο διαφορετικοί πληροφοριοδότες της Αστυνομίας, υψηλής αξιοπιστίας, συνέδεσαν τους τρεις υπόπτους με τον εμπρησμό.
Όπως αναφέρεται σε όλες τις αποφάσεις, ο πρώτος πληροφοριοδότης ήταν παρών σε τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των υπόπτων, κατά τις οποίες γινόταν «εμπαιγμός και χλευασμός του εμπρησμού» και η αναφορά ότι «έγινε η δουλειά… ήταν βραχυκύκλωμα».
Ο δεύτερος πληροφοριοδότης φέρεται να κατονόμασε τον άμεσο αυτουργό και να περιέγραψε το όχημα που χρησιμοποιήθηκε, το οποίο ανήκε σε εταιρεία συνδεόμενη με έναν από τους υπόπτους.
Κοινό στοιχείο και των τριών αιτήσεων ήταν ο ισχυρισμός ότι τα εντάλματα σύλληψης εκδόθηκαν χωρίς να τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα του μέτρου, καθώς και ότι η Αστυνομία δεν αποκάλυψε στο κατώτερο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Οι αιτητές υποστήριξαν ότι ο όρκος του ανακριτή δεν παρέθετε κανένα συγκεκριμένο γεγονός που να δείχνει ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να επηρεαστούν μάρτυρες ή να αλλοιωθούν τεκμήρια, αλλά περιοριζόταν σε γενικές και αόριστες αναφορές.
Το Ανώτατο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο ενήργησε εντός της δικαιοδοσίας του και άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Στις αποφάσεις του σημείωσε ότι ο δικαστικός έλεγχος μέσω certiorari δεν αφορά την ορθότητα της απόφασης αλλά τη νομιμότητά της, σημειώνοντας ότι η διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται «ως έφεση υπό μεταμφίεση».
Κεντρικό σημείο των αποφάσεων ήταν η διαπίστωση ότι ο όρκος που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου περιέγραφε «ένα ευρύτατο πλέγμα γεγονότων τα οποία εξελίσσονται σε ικανό χρονικό διάστημα, σε διάφορους χώρους, με εμπλοκή και συνδρομή διαφόρων προσώπων και με τη χρήση διαφόρων αντικειμένων και μέσων», το οποίο δικαιολογούσε την ανάγκη έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων. Το Ανώτατο επανέλαβε ότι η διευκόλυνση των ανακρίσεων αποτελεί θεμιτό λόγο για έκδοση εντάλματος, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Το Ανώτατο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό των αιτητών ότι το κατώτερο Δικαστήριο «υιοθέτησε μηχανιστικά τις θέσεις της Αστυνομίας και χωρίς να το απασχολεί αν η έκδοση του εντάλματος ήταν ανάλογη και απολύτως αναγκαία για τον επιδιωκόμενο σκοπό», επισημαίνοντας ότι από το ίδιο το κείμενο των ενταλμάτων προκύπτει πως ο δικαστής «μελέτησε προσεκτικά» την ένορκη δήλωση και κατέληξε σε ανεξάρτητη κρίση ότι η έκδοση των ενταλμάτων ήταν «αναγκαία και επιθυμητή».
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι οι αιτητές συνδέονταν με τον εμπρησμό του οχήματος και τη σχετική συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και ότι τα πραγματικά περιστατικά καθιστούσαν αναγκαία την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης. Ως εκ τούτου, και οι τρεις αιτήσεις απορρίφθηκαν, με τα έξοδα να επιβαρύνουν τους αιτητές.
Πηγή: ΚΥΠΕ









