Αεροσυνοδός επιτέθηκε άσεμνα σε αστυνομικό στην Αγία Νάπα- «Όχι» σε έφεση
Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα Βρετανού αεροσυνοδού, για εκπρόθεσμη έφεση κατά καταδίκης του για άσεμνη επίθεση σε Αστυνομικό, κρίνοντας ότι η αρχική παραδοχή ενοχής ήταν συνειδητή και η έφεση δεν είχε προοπτική επιτυχίας.
Η υπόθεση αφορά Βρετανό υπήκοο, 32 ετών, αεροσυνοδό με διαμονή στη Νέα Ζηλανδία, ο οποίος καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 17 Νοεμβρίου 2025, μετά από παραδοχή του σε σειρά κατηγοριών, με σοβαρότερη εκείνη της άσεμνης επίθεσης εναντίον άνδρα. Σύμφωνα με την απόφαση, άρπαξε τα γεννητικά όργανα κάποιου αστυνομικού. Το περιστατικό είχε σημειωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 14 Νοεμβρίου, στην Αγία Νάπα. Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν εννέα μήνες φυλάκιση με αναστολή.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου 2025, ο καταδικασθείς προσέφυγε εκ νέου στη Δικαιοσύνη, ζητώντας άδεια για εκπρόθεσμη καταχώριση έφεσης κατά της καταδίκης του. Βασικός του ισχυρισμός ήταν ότι, κατά τον χρόνο της παραδοχής, δεν αντιλήφθηκε τη φύση της κατηγορίας ούτε είχε πραγματική πρόθεση να δηλώσει ένοχος.
Στην ένορκη δήλωσή του, ο αιτητής περιέγραψε μια κατάσταση σύγχυσης και ψυχολογικής πίεσης. Υποστήριξε ότι τη νύχτα του περιστατικού είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και δεν θυμόταν τίποτα από τα γεγονότα, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο να του είχε χορηγηθεί άγνωστη ουσία. Την επόμενη ημέρα ενημερώθηκε από αστυνομικούς ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, χωρίς –όπως ισχυρίστηκε– να του εξηγηθεί επαρκώς η φύση των κατηγοριών.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι η νομική εκπροσώπηση που έλαβε ήταν ανεπαρκής, καθώς ο δικηγόρος του περιορίστηκε σε σύντομη ενημέρωση και τον προέτρεψε να μεταφράσει μόνος του το κατηγορητήριο μέσω εφαρμογής στο κινητό του. Υποστήριξε επίσης ότι πάσχει από δυσλεξία, γεγονός που επηρέασε την ικανότητά του να κατανοήσει το περιεχόμενο των εγγράφων. Κατά τη διαδικασία στο Δικαστήριο, όπως είπε, απαντούσε καταφατικά κατόπιν νεύματος του συνηγόρου του, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση των συνεπειών.
Καθοριστικής σημασίας για τον ίδιο υπήρξε –όπως ανέφερε– η μεταγενέστερη ενημέρωσή του στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι, λόγω της φύσης του αδικήματος και της επιβληθείσας ποινής, θα έπρεπε να εγγραφεί στο Μητρώο Σεξουαλικών Παραβατών. Εκεί, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, συνειδητοποίησε لأول φορά τη σοβαρότητα της καταδίκης και τις επιπτώσεις της, γεγονός που οδήγησε σε έντονη ψυχολογική κατάρρευση και σε αναζήτηση νομικής συμβουλής στην Κύπρο.
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας το αίτημα, έθεσε ως αφετηρία τη νομολογία που διέπει τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως την αρχή ότι παράταση χρόνου δεν μπορεί να δοθεί όταν η προτεινόμενη έφεση είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Στο πλαίσιο αυτό, αξιολόγησε κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή μπορούσαν να ενταχθούν στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου επιτρέπεται έφεση μετά από παραδοχή ενοχής.
Η κρίση του Δικαστηρίου ήταν απορριπτική. Όπως επισημάνθηκε, οι κατηγορίες απαγγέλθηκαν παρουσία διερμηνέα, ενώ ο αιτητής είχε στη διάθεσή του νομική εκπροσώπηση. Δεν προέκυψε, κατά το Δικαστήριο, ότι είχε θέσει συγκεκριμένα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα ή ότι στερήθηκε ουσιαστικής πληροφόρησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ισχυρισμό περί δυσλεξίας, ο οποίος δεν κρίθηκε επαρκώς τεκμηριωμένος, καθώς η σχετική ιατρική έκθεση αφορούσε την εφηβική ηλικία του αιτητή και δεν αποδείκνυε αντίστοιχη δυσκολία κατά τον επίδικο χρόνο. Αντιθέτως, το επαγγελματικό του προφίλ ως αεροσυνοδού και οι ενέργειες που ακολούθησε μετά την καταδίκη κρίθηκαν ενδεικτικές επαρκούς ικανότητας κατανόησης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, όπου ο συνήγορός του είχε μεταφέρει στο Δικαστήριο τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, την αποδοχή των γεγονότων και τη συγγνώμη του. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ενίσχυαν την εικόνα συνειδητής παραδοχής.
Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν πείστηκε πως ο αιτητής αγνοούσε τη φύση της κατηγορίας ή ότι δεν είχε πρόθεση να παραδεχθεί ενοχή. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη έφεση δεν παρουσίαζε προοπτική επιτυχίας. Με αυτό το δεδομένο, έκρινε περιττή την εξέταση των λόγων καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης.
Πηγή: Sigmalive










