Ανατρέπει απόφαση για επίδομα σε υπόθεση παρένθετης μητρότητας το Ανώτατο
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 30 Απριλίου 2026, έκρινε ότι δεν υπήρχε πλέον πρακτικό αποτέλεσμα από την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας διάταξης της νομοθεσίας για το επίδομα μητρότητας, σε υπόθεση γυναίκας η οποία θα αποκτούσε παιδί μέσω παρένθετης μητρότητας, κάνοντας δεκτή την έφεση της Δημοκρατίας και παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Στην εν λόγω υπόθεση το Διοικητικό Δικαστήριο είχε κάνει δεκτή αρχικά την προσφυγή της αιτήτριας, ακυρώνοντας την απόφαση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων που απέρριπταν το αίτημά της για επίδομα μητρότητας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το άρθρο 29(1) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 ήταν αντισυνταγματικό, θεωρώντας ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας, επειδή δεν προέβλεπε επίδομα για περιπτώσεις παρένθετης μητρότητας.
Σημειώνεται ότι η αιτήτρια είχε ήδη ξεκινήσει διαδικασία για απόκτηση παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας και είχε υποβάλει αίτηση για επίδομα μητρότητας μετά τη γέννηση του παιδιού.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταχώρησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να προχωρήσει σε κρίση αντισυνταγματικότητας, καθώς η ακύρωση της διοικητικής απόφασης δεν θα είχε πρακτικό αποτέλεσμα για την αιτήτρια, ενώ παράλληλα το νομοθετικό πλαίσιο είχε ήδη τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
Εξετάζοντας την έφεση, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν προχώρησε σε ουσιαστική κρίση για το αν η διάταξη του νόμου ήταν αντισυνταγματική ή όχι. Αντίθετα, επικεντρώθηκε στο κατά πόσο η υπόθεση είχε πλέον πρακτικό αποτέλεσμα.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «η προδικαστική ένσταση της Δημοκρατίας περί αλυσιτέλειας της κήρυξης του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.59(Ι)/2010), άρθρο 29(1) ως αντισυνταγματικού, γίνεται δεκτή», καθώς «η ακύρωση της πράξης δεν θα ωφελούσε την εφεσίβλητη».
Ειδικότερα, το Ανώτατο έκρινε ότι ακόμη και αν η απόφαση της διοίκησης ακυρωνόταν, η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να λάβει το επίδομα, με βάση το ισχύον πλέον νομοθετικό πλαίσιο που περιορίζει ρητά τις περιπτώσεις παρένθετης μητρότητας που καλύπτονται από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
Στην απόφαση σημειώνεται ότι «ρητά ο νομοθέτης παρείχε δικαίωμα σε επίδομα μητρότητας μόνο στις ασφαλισμένες που απέκτησαν το παιδί δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Ν.69(Ι)/2015», δηλαδή του νόμου για την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Το Ανώτατο επισημαίνει επίσης ότι η υπόθεση αφορούσε μεταβατικό καθεστώς, καθώς η διαδικασία για την παρένθετη μητρότητα είχε ξεκινήσει πριν την πλήρη εφαρμογή του σχετικού νομοθετικού πλαισίου και δεν εντασσόταν καθαρά στις ρυθμίσεις που πλέον ισχύουν.
Για τον λόγο αυτό, κρίθηκε ότι η εξέταση της συνταγματικότητας της διάταξης θα ήταν αλυσιτελής, αφού δεν θα είχε πρακτικό αποτέλεσμα για την αιτήτρια.
Όπως διευκρινίζει το Δικαστήριο, δεν έκρινε επί της ουσίας αν υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας, αλλά έκρινε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιαστική μεταβολή της θέσης της αιτήτριας. Επιπλέον, στην απόφαση σημειώνεται ότι «δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να δημιουργεί καταφανώς άδικα αποτελέσματα».
Κατά συνέπεια, το Ανώτατο έκανε δεκτή την έφεση της Δημοκρατίας, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου.
Πηγή: ΚΥΠΕ










