Home ΠΡΟΣΩΠΑ Ανδρόνικος Κατσιαντώνης: «Τα πλάσματα που ξέρουσιν αλήθκειες να λαλούσιν, εν τζείνα που αφήνουσιν τα μμάθκια τζαι μιλούσιν»
Ανδρόνικος Κατσιαντώνης: «Τα πλάσματα που ξέρουσιν αλήθκειες να λαλούσιν, εν τζείνα που αφήνουσιν τα μμάθκια τζαι μιλούσιν»

Ανδρόνικος Κατσιαντώνης: «Τα πλάσματα που ξέρουσιν αλήθκειες να λαλούσιν, εν τζείνα που αφήνουσιν τα μμάθκια τζαι μιλούσιν»



Γράφει η Ειρήνη Αντωνίου

Οι συστάσεις νομίζω είναι περιττές. Όλοι τον γνωρίζουμε από τις εμφανίσεις του σε τηλεοπτικά προγράμματα, σε διαγωνισμούς, εκδηλώσεις και τόσες άλλες συμμετοχές του.

Ποιητής της Κυπριακής παράδοσης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια οικογένεια που όλοι ήταν ποιητές. Η ποίηση είναι στο αίμα του. Μιλώντας όμως μαζί του θα τον χαρακτήριζα και ερωτικό ποιητή. Δεν είναι λίγα τα ποιήματα του που μιλούν για έρωτα και αγάπη. Όπως μου είπε γελώντας γεννήθηκα ερωτευμένος.


Εν η ουσία της ζωής σε τέσσερεις προτάσεις,

Στον κόσμον όπου τζιαι να πάς,

Αν έβρεις τζείνον π’ αγαπάς

Πιάστο να μεν το χάσεις…

Δεν ήταν μια συνέντευξη σαν τις άλλες, ήταν μια κατάθεση ψυχής από έναν άνθρωπο με όλη τη σημασία της λέξης. Απλός, ανθρώπινος, με δίψα για την ποίηση, την κυπριακή παράδοση. Η συνομιλία μας αλλιώτικη, οικεία, ζεστή. Με κοίταζε στα μάτια και ένιωθα την ζεστασιά. Ένιωσα ότι τον γνώριζα χρόνια.

Σε έστειλε ο θεός κ. Ανδρόνικε του είπα όταν τελείωσε η συνομιλία μας. Έμαθα πολλά από αυτό το λίγο χρόνο που βρέθηκες στο γραφείο μου του είχα πει. Είναι οι άνθρωποι οι απλοί της καθημερινότητας που όμως έχουν να σου προσφέρουν τόσα πολλά.

Όλα του τα ποιήματα βγαλμένα από τη ζωή, την καθημερινότητα και τα βιώματα.

Οι παρουσιάσεις του στην κυπριακή τηλεόραση δεκάδες, οι εμφανίσεις του στα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου αμέτρητες.

Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 2018 «Σκάσματα Τζαι Καψάλια».

Πριν το τέλος του χρόνου ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει και το δεύτερο του βιβλίο.

Ετοιμάζεται και κάτι άλλο κ. Ανδρόνικε

«Ναι θα αρχίσω να ετοιμάζομαι και για το τρίτο μου βιβλίο αλλά είναι νωρίς για να πούμε πότε θα κυκλοφορήσει».

Μιλήστε μας λίγο για το πρώτο βιβλίο τα Σκάσματα Τζαι τα Καψάλια.

Η ποιητική μου συλλογή χωρίζεται στα παρακάτω μέρη:

Πατριωτικά Ποιήματα και Αφιερώματα για την Μακράσυκα

Τιμητικά αφιερώματα (Ποιήματα για κύπριους Λαϊκούς ποιητές)

Κοινωνικά

Σατυρικά

Ανέκδοτα που έγιναν ποιήματα

Νεκρολούλουδα

Γνωμικά

Ερωτικά

Παλιώματα

Η οικογένειά μου (Ποιήματα μελών της οικογενείας του)

Χορόδραμα

Επίλογος

Οι Λυκοφιλίες θα είναι στο δεύτερο βιβλίο του κ. Κατσιαντώνη, ένα υπέροχο ποίημα όλο νόημα και αλήθειες από τη ζωή.

ΛΥΚΟΦΙΛΙΕΣ

Πως εννά σε προδώσουσιν, που κάποιους, καρτεράς το.

Φαίνεται που τον τρόπον τους τζι εφτύς παρατηράς το.

Άλλοι νομίζεις έν’ καλοί, μα κρυφοαζουλέφκουν.

Καρφώννουν σε πισώπλατα τζιαι μακριά σου φέφκουν.

Πολλοί κρατούν σε που κοντά, την γνώμη σου ρωτούσιν,

για ‘σεν τρέσιει το στόμαν τους μέλιν άμαν μιλούσιν.

Ώσπου αννείς τα μμάθκια τους, έν θέλουν να σε χάσουν.

Τζιαι μόλις πά’ να μπλέψουσιν, φκάλλουν σου τα δικά σου,

Πίσω σου ό,τι φανταστείς αννοίουν τζιαι λαλούσιν,

ομπρός σου όμως δειλειούν, ποττέ τους εν μιλούσιν.

Υποκρισίαν τζιαι ψεφκιάν οι πιο πολλοί γεμάτοι,

είδος προς εξαφάνισην οι φίλοι, οι σταράτοι.

Σε όποιον εν ησυμφωνά, ένστασην έθθα φέρω,

όμως για τούτα πού ’γραψα, έπαθά τα τζιαι ξέρω.

Πλάσμαν με το παραμικρόν που τον σταυρόν του βάλλει,

εννιά στες δέκα έν’ ψεφκιές το στόμαν του που φκάλλει.

Του φίλου την εκδίκησην αν δεν την εφοήθης,

να σε προσέχει ο Θεός που θηλυκόν π’ αρνήθης…

(14-8-2018)

«Το ποίημαν αυτό αποτέλεσε την πρώτη μας συνεργασία με τον Μουσικοσυνθέτη Κώστα Κωνσταντίνου Χαρμαντά από το Κίτι και τον τραγουδιστή Αλέξανδρο Αλεξάνδρου ( Γίγαντα)»

Κύριε Ανδρόνικε από πού αντλείς κυρίως την έμπνευσή σου; Τι είναι αυτό που σου δίνει το ερέθισμα να γράψεις;

«Όλη μου έμπνευση και όλα μου τα ποιήματα είναι από μικρές στιγμές της ζωής. Από γεγονότα της ζωής που συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή και αμέσως εμπνέομαι και βγάζω το ποίημα. Η ποίηση θέλει μελέτη, διάβασμα και αγάπη».

Ο φίλος που μου έφκαλεν τα μμάθκια τζι εν ημπλέπω,

τζιαι μες στον λάκκον μ’ έριξεν,

έν’ τζείνος που μου έδειξεν

που ποιους πρέπει να γλέπω…

(24-4-2020)

Στα ποιήματά σας κυριαρχούν η καθημερινότητα, η αλήθειες της ζωής, τα συναισθήματα, η αγάπη και ο έρωτας.

Φυσικά στα ποιήματα πρέπει να κυριαρχεί η αλήθεια. Ειδικά όταν γράφεις ένα ερωτικό πρέπει να βγαίνει μέσα από τη ψυχή και να το λένε τα μάτια. Έμενα όλα μου τα ποιήματα είναι βγαλμένα από προσωπικές στιγμές και βιώματα».

Για να σε πιάσω βάλλαχι, παλέφκω με λιοντάριν,

πού ‘σιεις τα κάλλη κορασιάς

τζιαι του αθθού της αχασιάς

την ομορκιάν τζιαι χάρην…

( 8-6-2019)

Τι είναι αυτό που προτιμάς να διαβάζεις στον ελεύθερο χρόνο σου;

«Διαβάζω τα πάντα, λατρεύω το διάβασμα γιατί με γεμίζει. Το διάβασμα είναι αγάπη για μένα. Το να είσαι λαϊκός ποιητής δεν θα σε κάνει μόνο ο κόσμος. Θα σε κάνει το πάθος και η ποιότητα της σκέψης σου. Το τι σε απασχολεί. Αν δεν διαβάζεις τα πάντα νομίζω δεν μπορείς να λειτουργήσεις. Οι γνώσεις είναι τα πάντα. Στιχοπλόκοι υπάρχουν πολλοί. Λαϊκοί ποιητές είναι λίγοι. Οπόταν εγώ πιστεύω ότι ένας ποιητής πρέπει να διαβάζει».

Πώς θα χαρακτήριζες τη κυπριακή ποίηση;

«Η Κυπριακή λαϊκή ποίηση πριν την εκπομπή του Μιχάλη Χατζημιχαήλ περνούσε μια κρίση. Η εκπομπή αυτή έδωσε βήμα σε πολλούς, να ακουστεί η φωνή της κυπριακής ποίησης και να την αγαπήσουν και οι πιο νέοι».

Για τον Ανδρόνικο Κατσιαντώνη τι είναι η κυπριακή ποίηση;

«Κυπριακή ποίηση για μένα είναι αυτή που έβγαλε τα συναισθήματα που είχα κρυμμένα για πολλά χρόνια. Διότι στα ποιήματα μου λέω όσα δεν μπορώ να τα πω διαφορετικό τρόπο. Η ποίηση είναι η ζωή μου και δεν θα περάσει μέρα που να μην γράψω έστω και ένα στίχο.

Για την ερωτική ποίηση τι έχετε να μας πείτε;

Η ερωτική ποίηση θέλει βάθος. Θέλει αλήθεια και έμπνευση. Υπάρχουν τρεις βαθμίδες ποίησης. Στην πιο χαμηλή θέση είναι το τσιάττισμα διότι είναι το πιο εύκολο. Διότι δεν βρίσκεις ποιητικό στίχο. Είναι ρηχό διότι απλά πρέπει να απαντήσεις».

Σε ποιο πάνω βαθμίδα είναι τα μακροσκελή ποιήματα. Αυτές οι φυλλάδες που έβγαζαν οι παλιοί. Είκοσι δυο σελίδες είναι το ποίημα η Ειρηνού τσαι ο Βάσος του Παλέσιη. Είναι το πιο ερωτικό ποίημα που έχω διαβάσει. Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που αν το διαβάσει δεν θα βάλει τα κλάματα.

Στην πιο ψηλή βαθμίδα είναι τα ποιήματα που σε 20 στίχους πρέπει να περιγράψεις τι θέλεις να πεις. Τον πρόλογο, το κυρίως θέμα και τον επίλογο. Που η τελευταία σου φράση πρέπει να είναι και το πιο δυνατό σου σημείο».

Κύριε Ανδρόνικε η καταγωγή σας είναι από την Μακράσυκα, αλλά από ότι γνωρίζουμε ήσασταν πολύ μικρός όταν έγινε ο πόλεμος το 1974. Είστε δεμένος με το χωριό σας έχετε γράψει κάποιο ποίημα;

«O πόθος μου είναι το χωριό μου και βέβαια έχω γράψει πολλά ποιήματα και θυμάμαι πολλές στιγμές και έχω πολλές αναμνήσεις».

ΧΩΡΚΟΝ ΜΟΥ

Χωρκόν μου που αρκούησα μωρόν τα χώματά σου

τζιαι στες αυλές σου έλαχεν να πρωτοπαρπατήσω,

ήτουν γραφτόν να μέν μείνω να νιωθώ κοντά σου

τζι όπως τον πεταξούμενον, ποτζιεί ποδά να ζήσω,

Μισόν αιώναν τζι έν βκαίννεις καχόλου που τον νού μου

τζι ούτε σ’ αλλάσσω ξέρεις το, όπου τζι αν παρπατήσω.

Θωρώ το σπίτιν όρομαν, την μάντραν του παππού μου,

πως φκάλλω το κουπάιν του εγιώ να το βοσσιήσω.

Θκιανέφκουμαι στες στράτες σου νύχταν με τα καλά μου.

Βρίσκω κοπέλλες όμορφες κρυφά τζιαι συντυχάννω.

Χογλοκοπά το γαίμαν μου τζι εμέν πά’ στ’ ‘ άρπουλά μου,

που μπαίννω στες αγκάλες τους τζιαι τα φιλιά τους πιάννω,

Τζι έτσι σαν ερωτέφκουμαι τζι ο νούς μου πεταλλίζει,

φέυκ’ η γλυκάα του φιλιού, πικρίζει τζιαι το στόμαν,

ο κόσμος παει πούκουππα τζι ανάποδα γυρίζει,

ξυπνώ τζι αντζιελοσσιάζουμαι, λουμένος που το δρώμαν.

Τζι άμαν συνέρτω τζιαι θωρώ πιον την πικρήν αλήθκεια,

στο ’φτίν μου μπαίννει μια φωνή τζι έτσι ξερά λαλεί μου,

πως εχαθήκαν, το χωρκόν, οι Εκλησιές, τα σπίθκια.

Στον τοίχον πιόν συλλόβροτος φακκώ την τζιεφαλή μου.

Ο ύπνος, πάλε ’φήννει με τζειαμαί να βαρκαρίζω,

πνιμένος που παράπονον, μες στο βουβόν το κλάμαν.

Είνταν που φταίσαμεν εμείς, σκέφτουμαι τζιαι καγρίζω,

π’ ανάθθεμαν τους αίτιους τζιαι τζείνους που τα κάμαν…

(24-6-2018)

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους μας;

«Αν τους αρέσει η ποίηση να διαβάσουν πρώτα. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να διαβάσουν και να μάθουν είναι οι νόμοι και οι κανονισμοί. Έχει πολλά βιβλία για να ενημερωθούν. Φυσικά ο ποιητής γεννιέται δεν μπορεί οποιοσδήποτε να γράψει αν δεν το έχει. Και πρέπει να έχει και ευαισθησίες. Ένας από τους αγαπημένους είναι ο Πέτρος Μιχαήλ Ράφτης Κούβαρος από το Λιοπέτρι.

Κλείνοντας θέλετε να μας πείτε κάτι άλλο που ίσως παραλείψαμε να αναφέρουμε;

«Ναι θέλω να πω ότι χρωστώ του Χαμπή του Αχνιώτη που πριν 9 χρόνια με ξεχώρισε και μου είπε μέσον του Facebook θέλω να σε γνωρίσω και όταν έρθεις θέλω να μου φέρεις και τον αδελφό σου τον Κυριάκο γιατί μου αρέσει και αυτός. Ο Κυριάκος γράφει και αυτός πολύ ωραία ποιήματα. Χρωστώ του Παντελή του Κακολή, ο οποίος αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι ο δεύτερος Έλληνας μετά τον Καζαντζάκη που βραβεύθηκε με το βραβείο του Άλμπερτ Σβάιτσερ για την προσφορά του στην ποίηση και τα γράμματα. Χρωστώ του Αντώνη του Κατσιαντώνη που προλόγισε το βιβλίο μου».

Και φυσικά δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε την συνέντευξη μας χωρίς του “ΕΤΟΥΣ ΠΑΛΕ”……..τους αχώριστους φίλους και ποιητάρηδες της Κύπρου όλης.

ΕΓΙΩ ΤΖΙ ΟΙ «ΕΤΟΥΣ ΠΑΛΕ»

Έρεξεν η φιλία μας, τα τέσσερα τζιαι βάλε,

τα γρόνια που εσμείξαμεν, μαζίν οι «ΕΤΟΥΣ ΠΑΛΕ».

Πολλύν τζιαιρόν εσκέφτουμουν για τούτους να μιλήσω,

τους κολλητούς που γίνουνται χαλίν να τους πατήσω.

Τον Αποστόλου, τον Γιαννήν, Κκαντήν τζιαι Μουσκοβίαν,

Τάσσον τζιαι Θάσον τζιαι Κωστήν τζιαι Σώτον στην Αγγλίαν.

Με την κουβένταν που’ ννά πω, θα σας το αποδείξω,

διότις είμαι σίουρος το στόμαν πριν τ’ αννοίξω.

Έναν πρωΐν που στράφηκα έσσω πριν ξημερώσει,

τζι επήεν η γεναίκα μου πως εννά μου αρρώσει,

έντζιεν πως εφοήθηκα, πως εννά φάω ξύλον,

είπα της ετζοιμήθηκα, την νύχταν σ’ έναν φίλον.

Κάποτε αναγκάζουμαι τζιαι πιάννω την στην ξιούραν,

για να ποφύω, ξέρετε, την κρεβατομουρμούραν.

Έναν καττάριν έπιαεν, να τους τηλεφωνήσει,

κρυφά μου που το χάραμαν, πριχού να με ξυπνήσει.

Ερώτησεν πού ήμαστεν εψές τζιαι αν εξέραν

πως εν επήα έσσω μου τζι ακόμα εκαρτέραν.

Τζιαι ούτε να ξηούμαστεν, την ώραν π’ απαντήσαν

όπως τα είπα ακριβώς, τα επιστοποιήσαν.

Για τούτον είμαι σίουρος, ό,τι τζιαι να προκύψει,

ο φίλος ο πραγματικός πάντα θα σε καλύψει.

Ο ένας είπεν, έν’ συχνά έσσω μου που μεινίσκει,

ζαλίζουν τον τα πούρα μου τζιαι τ’ ακριβόν ουΐσκι.

Ο άλλος είπεν, εν ήταν καλά να οδηγήσει

τζιαι ότι μου επρότεινεν να με φιλοξενήσει.

Είπαν της τ’ αυτοκίνητον πως έν’ παλιόν τζιαι βράζει,

να μεν έπαθεν τίποτε, μόνον τζιαι δεν πειράζει.

Καθένας με τον τρόπον του μάσιεται να τα σάσει

τζιαι συρνουν ό,τι κατεβεί στον νουν πέρκι περάσει.

Οι τρεις όμως αφήκαν την με αννοιχτον το στόμα.

Είπαν πως είμαι έσσω τους τζι ότι τζοιμούμαι κόμα…

(6-6-2020)




Send this to a friend