Προς ακύρωση το ένταλμα σύλληψης του επιχειρηματία Σάββα Κάκου-Εκ πρώτης όψεως εκδόθηκε χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις και καθ΄ υπέρβαση εξουσίας
Στο Ανώτατο προσέφυγε ο επιχειρηματίας Σάββας Κάκος από τη Λάρνακα, ο οποίος είχε συλληφθεί από το ΤΑΕ Λάρνακας και τέθηκε υπό τετραήμερη κράτηση, στα πλαίσια των ερευνών καταγγελιών από άλλους επιχειρηματίες και επενδυτές για αδικήματα που αφορούν απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, απάτη κατά την πώληση περιουσίας, ψευδείς λογαριασμοί με σκοπό την καταδολίευση από διευθυντή εταιρείας, καταδολίευση πιστωτών και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Όπως είχε προαναγγείλει ο δικηγόρος του Αντώνης Δημητρίου (σ.σ μαζί με Χαρά Αλεξάνδρου), πρόθεση της υπεράσπισης ήταν να προσφύγει στο Ανώτατο για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης του, πράγμα το οποίο έπραξε, με το Δικαστήριο -στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του- να βρίσκει υπόβαθρο, δίνοντας άδεια για καταχώρηση αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση του σχετικού εντάλματος.
Βασική θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης του επιχειρηματία, ότι η έκδοση του δεν ήταν αναγκαία, ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας και ότι εκδόθηκε στη βάση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ή και δόλου. Σημειώνεται ότι την ίδια ημέρα η Αστυνομία εξέδωσε και ένταλμα έρευνας στα γραφεία του Σάββα Κάκκου, για το οποίο καταχωρήθηκε ξεχωριστή αίτηση με σκοπό την ακύρωση του.
Εναντίον του επιχειρηματία η Αστυνομία διερευνούσε συνολικά έντεκα υποθέσεις που αφορούσαν επενδύσεις σε ακίνητα, στο πλαίσιο των οποίων ο Σάββας Κάκος φερόταν να είχε διαπράξει διάφορα αδικήματα, όπως αυτό της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, της απάτης και άλλων, ενεργώντας για διάφορες εταιρείες που ανήκουν στον όμιλο του.
Απόφαση Ανωτάτου: Οι καταγγελίες από τους διάφορους παραπονούμενους έγιναν την περίοδο από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026 και μόνο η τελευταία την 15.7.2026, δηλαδή μερικές μόνο ημέρες πριν την έκδοση των ενταλμάτων. Σύμφωνα με τον αστυνομικό όρκο, η έκδοση εντάλματος σύλληψης του Αιτητή ήταν αναγκαία αφού σε διαφορετική περίπτωση υπήρχε ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτυρίας, αλλά και για σκοπούς παρεμπόδισης της απόκρυψης ή καταστροφής τεκμηρίων που αναζητούνταν. Τα πρόσωπα που αναμενόταν να ανακριθούν και θα μπορούσαν να επηρεαστούν αν ο Αιτητής παρέμενε ελεύθερος ήταν η σύζυγος και η θυγατέρα του, όπως και η εσωτερική δικηγόρος του Ομίλου, για την οποία επίσης είχε ζητηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης.
Θέση του δικηγόρου Αντώνη Δημητρίου και της Χαράς Αλεξάνδρου, είναι ότι ο πελάτης τους γνώριζε από καιρό για τις εναντίον του καταγγελίες και στην περίπτωση που είχε πρόθεση να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει ή να αποκρύψει τεκμήρια θα μπορούσε να το είχε ήδη κάνει, λέγοντας περαιτέρω πως οι περιστάσεις των εν λόγω υποθέσεων που καταδείκνυαν ότι ο Σάββας Κάκος γνώριζε από καιρό για τη διερεύνηση των εναντίον του καταγγελιών, δεν είχαν εκτεθεί στον όρκο και αποκρύφτηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, που εφόσον τις είχε υπόψη του θα ενεργούσε διαφορετικά.
Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο κ. Δημητρίου, εφόσον εκδόθηκε και ένταλμα έρευνας του χώρου όπου θεωρείτο ότι φυλάσσονταν τα τεκμήρια που αναζητούνταν, αυτά θα μπορούσαν να κατασχεθούν από την Αστυνομία, χωρίς ο επιχειρηματίας να έχει τη δυνατότητα να τα καταστρέψει ή να τα αποκρύψει μεταφέροντας τα αλλού.
Απόφαση Ανωτάτου: Σημειώνεται ότι η τελευταία καταγγελία δεν έχει διακριθεί από τις προηγούμενες κατά τρόπο που το ένταλμα να μπορούσε να δικαιολογηθεί με αναφορά στη διερεύνηση της συγκεκριμένης. Σε κάθε όμως περίπτωση είχε εκδοθεί με αναφορά σε όλες τις υποθέσεις που είχαν καταγγελθεί.
Στην βάση των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου, κρίθηκε ότι η πλευρά του Σάββα Κάκου έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση ότι το ένταλμα σύλληψης του εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του και χωρίς να έχουν αποκαλυφθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα.
Ως εκ τούτου, απορρίπτοντας τη θέση περί δόλου, το Ανώτατο Δικαστήριο άναψε το πράσινο φως για καταχώρηση σχετικής αίτησης για ακύρωση του εντάλματος και πλέον αναμένεται η θέση της Νομικής Υπηρεσίας, δηλαδή κατά πόσο θα φέρει ένσταση ή όχι. Σημειώνεται πως από πλευράς Αστυνομίας, είχε αναφερθεί πως για την εν λόγω υπόθεση υπήρχε ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με την Νομική Υπηρεσία από την οποία λαμβάνονταν οδηγίες για τον χειρισμό της.
Στο ενδεχόμενο που φέρει ένσταση, θα ακολουθήσει ακροαματική διαδικασία για να τεθούν οι θέσεις των δύο πλευρών, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή που ο Γενικός Εισαγγελέας δεν φέρει ένσταση, τότε θεωρείται δεδομένο πως θα ακυρωθεί το ένταλμα σύλληψης του επιχειρηματίας, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Πηγή: reporter.com.cy









