Της αρνήθηκαν άδεια μητρότητας επειδή απέκτησε παιδί μέσω παρένθετης μητέρας
Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση, που είχε δικαιώσει γυναίκα, η οποία διεκδικούσε επίδομα μητρότητας, μετά την απόκτηση παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας, κρίνοντας τελικά ότι, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, η ακύρωση της διοικητικής πράξης δεν θα μπορούσε να της προσφέρει οποιοδήποτε πρακτικό όφελος.
Η υπόθεση αφορούσε αίτηση που είχε υποβάλει η εφεσίβλητη στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Σεπτέμβριο του 2016, ενόψει της αναμενόμενης γέννησης παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας στο εξωτερικό. Το παιδί γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Ωστόσο, το τότε ισχύον άρθρο 29 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου προέβλεπε δικαίωμα σε επίδομα μητρότητας μόνο για ασφαλισμένες που τελούσαν σε εγκυμοσύνη ή είχαν προχωρήσει σε υιοθεσία παιδιού μέχρι 12 ετών. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόβλεψη για περιπτώσεις παρένθετης μητρότητας, με αποτέλεσμα η αίτηση να απορριφθεί.
Η γυναίκα προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι, με βάση τον περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμο του 2015, είχε καταστεί νομικά μητέρα του παιδιού και, ως εκ τούτου, δικαιούτο ίση μεταχείριση με κάθε άλλη ασφαλισμένη μητέρα. Επικαλέστηκε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αλλά και διεθνών συμβάσεων προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δεχθεί τη θέση αυτή, κρίνοντας ότι το άρθρο 29 του νόμου περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων παραβίαζε το άρθρο 28 του Συντάγματος περί ίσης μεταχείρισης. Σημείωσε μάλιστα ότι ο νόμος του 2015 για την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αναγνώριζε ρητά ως γονείς του παιδιού το ζευγάρι που επιδίωκε την απόκτηση τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας.
Η Δημοκρατία άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας ότι η πρωτόδικη κρίση ήταν εσφαλμένη, καθώς το δικαστήριο δεν μπορούσε ουσιαστικά να προσθέσει νέες κατηγορίες δικαιούχων σε νομοθεσία που δεν τις προέβλεπε. Παράλληλα, προέβαλε ένσταση αλυσιτέλειας, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και αν ακυρωνόταν η διοικητική πράξη, η εφεσίβλητη δεν θα αποκτούσε δικαίωμα στο επίδομα.
Κατά την εξέταση της έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο εστίασε σε ένα κρίσιμο στοιχείο: κατά τον χρόνο γέννησης του παιδιού, βασικές διατάξεις του νόμου για την παρένθετη μητρότητα τελούσαν υπό αναστολή. Συγκεκριμένα, δεν λειτουργούσε ακόμη το αρμόδιο Συμβούλιο που θα ενέκρινε αιτήσεις και θα προωθούσε την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων για νόμιμη διαδικασία παρένθετης μητρότητας.
Η εφεσίβλητη παρουσίασε αλληλογραφία με το Υπουργείο Υγείας, σύμφωνα με την οποία της είχε δοθεί άδεια να συνεχίσει διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει πριν από την ψήφιση του νόμου, επικαλούμενη οικονομικές δεσμεύσεις και ήδη προγραμματισμένες θεραπείες στο εξωτερικό. Το Ανώτατο αναγνώρισε ότι υπήρξε διοικητική ανοχή για τη συνέχιση της διαδικασίας, όχι όμως και ότι αυτή εντάχθηκε στο κανονιστικό πλαίσιο του νόμου του 2015.
Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι η απόκτηση του παιδιού έγινε ουσιαστικά εκτός του πλαισίου που προέβλεπε ο νόμος για την παρένθετη μητρότητα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι σχετικές διαδικασίες όχι μόνο δεν είχαν πλήρως ενεργοποιηθεί νομοθετικά, αλλά ο νόμος απαγόρευε ρητά εμπορικές συμφωνίες παρένθετης μητρότητας.
Καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε επίσης η μεταγενέστερη τροποποίηση του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου το 2017, με την οποία εισήχθη για πρώτη φορά ρητή πρόβλεψη για καταβολή επιδόματος μητρότητας σε γυναίκες που αποκτούν παιδί μέσω παρένθετης μητέρας. Το Ανώτατο τόνισε όμως ότι ο νομοθέτης περιόρισε το δικαίωμα μόνο στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία είχε γίνει «δυνάμει των διατάξεων» του νόμου του 2015, δηλαδή μέσω του θεσμοθετημένου μηχανισμού που τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή αργότερα.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, το Δικαστήριο κατέληξε ότι ακόμη και αν ακυρωνόταν η αρχική απόρριψη της αίτησης, η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί, αφού η περίπτωσή της δεν ενέπιπτε ούτε στο μεταγενέστερο νομοθετικό καθεστώς. Ως εκ τούτου, έκανε δεκτή την ένσταση αλυσιτέλειας και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Η έφεση επιτράπηκε, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και ακυρώθηκε και η διαταγή για έξοδα. Το Ανώτατο, επικαλούμενο τις «όλως ιδιαίτερες περιστάσεις» της υπόθεσης, δεν επιδίκασε έξοδα ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ’ έφεση.
Πηγή: Sigmalive










