Home ΠΡΟΣΩΠΑ Βασίλης Βασιλακκάς: «Η ποίηση είναι η μεγάλη μου αγάπη»
Βασίλης Βασιλακκάς: «Η ποίηση είναι η μεγάλη μου αγάπη»

Βασίλης Βασιλακκάς: «Η ποίηση είναι η μεγάλη μου αγάπη»

 Της Ειρήνης Αντωνίου

 

«Έθιμα τζιαι παράδοση πάντα να ν’ ο σκοπός μας

τούτα μας εκρατήσασιν φορές μα αναστήσασιν, εν ο πολιτισμός μας».

Σήμερ’ αλλάξαμεν ζωήν, κοντέφκουν να χαθούσιν

Ούλλοι μας να πασκίσουμεν

Πα’ στα παλιά να χτίσουμεν,

Να διατηρηθούσιν».

 

Με αυτά τα λόγια του κ. Βασίλη Βασιλακκά, παραδοσιακού ποιητή της κυπριακής τοπολαγιάς, αρχίζουμε σήμερα τη συνέντευξη μας, αφού περνώντας την πόρτα των γραφείων μας, μας χαιρέτισε ποιητικά.

Ένας άνθρωπος, γελαστός, πράος, ευγενικός με πολλή αγάπη και δίψα για την ποίηση, τον τόπο του, τον τόπο που γεννήθηκε, αλλά και την πόλη που ζει μετά το 1974 την Λάρνακα.

Η συνέντευξη σε βαρύ κλίμα και με βουρκωμένα μάτια. Ο πόνος μεγάλος όταν θυμηθώ την Αμμόχωστο, τον κόσμο της Κύπρου γι’ αυτά που πέρασε και περνά αλλά και την μεγάλη μου αγάπη την ποίηση, μας είπε χαρακτηριστικά ο κ. Βασιλακκάς.

Μια ιδιαίτερη συνέντευξη για μένα, γιατί το να γνωρίζεις τέτοιους ανθρώπους είναι ένα μάθημα. Νιώθω τυχερή και συνάμα περήφανη. Τα λίγα λεπτά που είχα την τιμή να βρεθεί αυτός ο ξεχωριστός άνθρωπος στο γραφείο μου, κατάλαβα πολλά, ένιωσα πρωτόγνωρα και ανάμικτα συναισθήματα.

Για πάμε όμως να γνωρίσουμε όλοι εμείς που διαβάζουμε αυτή την ώρα αυτή τη συνέντευξη ποιος είναι ο καλεσμένος μας.

 

Βασίλης Βασιλακκάς με καταγωγή από το Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου το 1947.  Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Αυγόρου και ακολούθως φοίτησε στο Εμπορικό Λύκειο Αμμοχώστου, το οποίο στην πορεία άλλαξε όνομα και έγινε Β’ Γυμνάσιο Αμμοχώστου, από το οποίο και αποφοίτησε το 1965.

Ο Βασίλης Βασιλακκάς είναι από οικογένεια ποιητάρηδων και ασχολείται με την κυπριακή παράδοση από τα παιδικά του χρόνια. Εργάστηκε ως εκτελωνιστής στο Λιμάνι Αμμοχώστου. Μετά την εισβολή η εταιρεία στην οποία εργαζόμουν εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό, εγώ δεν τους ακολούθησα και προτίμησα να μείνω στη Λάρνακα όπου στη συνέχεια μεταπήδησα στο δημόσιο τομέα αρχικά στην υπηρεσία Μερίμνης, μετά εργάστηκα για τρία χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών ως γραμματειακός γραφείου στο αρχείου και στη συνέχεια στο Φόρο Εισοδήματος Λάρνακας από όπου και αφυπηρέτησα το 2009.

«Μετά την αφυπηρέτηση μου βρήκα περισσότερο χρόνο και τον αφιέρωσα στη μεγάλη μου αγάπη που είναι η ποίηση.

Έχω εκδώσει πρόσφατα (Ιανουάριο 2021) τη πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Του Αβκόρου το πορίζιν» και ετοιμάζω και τη δεύτερη».

 

 Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

“Δικά μου ποιήματα ξεκίνησα να γράφω λίγο πριν πάω από το στρατό, αλλά γενικά ασχολήθηκα από πολύ μικρός με μικρούς στίχους και επίκαιρους”.

Από πού πήγαζε αυτή η αγάπη για την ποίηση και τα γράμματα;

«Η αγάπη πηγάζει από την οικογένεια μου αφού γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που άκουγες συνεχώς τσιαττιστά και ποιήματα. Ήταν και είναι για την οικογένεια μου τρόπος ζωής. Θυμάμαι όποτε είχαμε οικογενειακά τραπέζια οι γονείς, οι συγγενείς, θείοι, παππούδες που βρίσκονταν εκεί άρχιζαν να τσιαττούν και να λένε ποιήματα. Έτσι έγινε ένας μαγνήτης για μένα η ποίηση και γενικά η λαϊκή παράδοση.

Με ποιον τρόπο η ποίηση επηρεάζει την ψυχολογία του συγγραφέα, αλλά και του αναγνώστη; 

“Πρώτα από όλα ηρεμείς, νιώθεις χαρά, ευτυχία γιατί το να γράφει κάποιος. Είναι αυτό το κτύπημα της καρδιάς. Η τέχνη ενός ποιήματος είναι το νόημα και η γλώσσα να γίνονται αρεστά από τον τελευταίο απλό άνθρωπο. Και στο τέλος πρέπει να έχει μήνυμα ένα ποίημα”.

Γεννιέται ένας ποιητής ή γίνεται στην πορεία;

“Η ποίηση δεν διδάσκεται σε κανένα πανεπιστήμιο, αλλά βελτιώνεται και μαθαίνεται. Πρέπει να διαβάζεις και άλλους ποιητές, όχι όμως να αντιγράφεις, ούτε να κλέβεις τον πλούτο του άλλου, αλλά να βελτιώνεσαι στο τρόπο έκφρασης. Και η λαϊκή κυπριακή ποίηση θέλει συντακτικό ρήμα, υποκείμενο, αντικείμενο. Διαφορετικά δεν πετυχαίνεις τίποτα.

Εμένα έγνοια μου είναι να διαβάζουν οι νέοι μας την κυπριακή ποίηση και αν δεν καταλαβαίνουν να ρωτούν, να προστρέχουν σε λεξικά και να μαθαίνουν”.

Τι είναι αυτό που παίρνει ένας ποιητής γράφοντας;

“Ικανοποίηση, συγκίνηση, πόνο, θλίψη, χαρά, ηρεμία. Ανάλογα το τι γράφεις το ζεις”.

Μπορεί ένας ποιητής να ζει από την ποίηση σήμερα; Ποια είναι η κατάσταση στην Κύπρο σήμερα σε αυτόν το χώρο;

“Κατηγορηματικά όχι. Στην Κύπρο πάσχουμε από αδιαφορία προς την παράδοση γενικότερα και ειδικότερα για την ποίηση”.

Παλιά  οι ποιητάρηδες φυτοζωούσαν. Μέσα σε αυτούς ήταν οι Τζιαπούρας, Μαππούρας και Παλέσιης, οι οποίοι μόλις που έβγαζαν τα προς το ζην, που τότε ο κόσμος ήταν δεμένος με την παράδοση. Κάθε χρόνος που περνά με δικές μου εμπειρίες και δικές μου παρατηρήσεις, ο κόσμος απομακρύνεται, αλλά αυτά τα 2 με 3 τελευταία χρόνια έρχεται να επιστρέφει νέο αίμα πίσω.

Έχει επηρεαστεί η ποίηση από την πανδημία του κορονοϊού;

“Έχει επηρεαστεί από θέμα εκδηλώσεων, αλλά θέματα για να βγάλουν οι ποιητάρηδες ποιήματα έχει γεννήσει πολλά, μας έδωσε πολλή τροφή για να γράφουμε ποιήματα”.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Θέλω να στείλω ένα μήνυμα στους νέους μας να αγαπήσουν την κυπριακή διάλεκτο, την κυπριακή ποίηση γιατί είναι οι ρίζες μας. Όσο χοντρό δέντρο και να είσαι, αν δεν έχεις τις ανάλογες ρίζες ο πρώτος άνεμος θα σε ρίξει κάτω.

Που τα μιτσιά τα γρόνια μου έταξα το σκοπόν μου

της Τζύπρου την παράδοσην

να’ χω για μεταλάβησην,

πίστην τσαι λάβαρον μου.

Τζαι μάχουμαι δειλά – δειλά

Πάντα σεμνά τσαι ταπεινά γρόνια να της χαρίσω

Τζιαι κάμνω της το δρώμα μου νερόν να την ποτίσω

 

Send this to a friend