Καμπανάκι για τα κέντρα ευεξίας: «Κάνουν επικίνδυνες θεραπείες χωρίς άδεια»
Κενά στο θεσμικό πλαίσιο και πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων δυσχεραίνουν τον έλεγχο των κέντρων ευεξίας που ενδέχεται να προσφέρουν επικίνδυνες θεραπείες χωρίς τις απαραίτητες άδειες.
Την ανάγκη για αποτελεσματικότερο συντονισμό και ενίσχυση της νομοθεσίας ανέδειξαν εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας και ο πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου.
Το ζήτημα των παράνομων κέντρων ευεξίας, τα οποία φέρονται να προσφέρουν επεμβατικές θεραπείες υψηλού κινδύνου χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις, βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι» του ΣΙΓΜΑ, μετά και τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στη Βουλή.
Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας, Δημήτρης Κωνσταντίνου, ανέφερε ότι το Υπουργείο διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και έχει προχωρήσει σε χαρτογράφηση των σχετικών κέντρων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον προσφέρονται θεραπείες υψηλού κινδύνου οι οποίες θα έπρεπε να πραγματοποιούνται σε ασφαλές νοσοκομειακό περιβάλλον.
Όπως εξήγησε, όταν διαπιστώνεται ότι κέντρα παρέχουν τέτοιου είδους θεραπείες, το Υπουργείο προχωρεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία, ενώ παράλληλα γίνονται συστάσεις προς τα ίδια τα κέντρα για να σταματήσουν την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Ερωτηθείς γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν καταγγελίες για κέντρα που λειτουργούν χωρίς τις απαραίτητες άδειες, ο κ. Κωνσταντίνου παραδέχθηκε ότι απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες.
«Πρέπει να πράξουμε περισσότερα», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι ένας από τους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος είναι η θέσπιση πρόσθετων νομοθετικών ρυθμίσεων.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο μπορεί να ενισχυθεί, ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν περισσότερα εργαλεία για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου.
«Υπάρχει πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων»
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Παιδιατρικής Εταιρείας και πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, Μιχάλης Αναστασιάδης, έθεσε στο επίκεντρο την πολυδιάσπαση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.
Όπως ανέφερε, κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Υγείας της Βουλής αναδείχθηκε ότι οι ευθύνες κατανέμονται μεταξύ του Υπουργείου Υγείας, του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, της Αστυνομίας, της Νομικής Υπηρεσίας και των αρμόδιων αρχών για τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα φαίνεται να είναι η απουσία ουσιαστικού συντονισμού, παρά το γεγονός ότι υπάρχει επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ των φορέων.
Όπως εξήγησε ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος έχει αρμοδιότητα σε σχέση με τη δραστηριότητα και τη συμπεριφορά των γιατρών που είναι μέλη του, όχι όμως στον έλεγχο των υποδομών, του εξοπλισμού ή των αδειών λειτουργίας των κέντρων.
Την ίδια ώρα, σημείωσε, για διαφορετικές πτυχές της λειτουργίας των κέντρων είναι υπεύθυνοι διαφορετικοί φορείς, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αποτελεσματικότερη συνεργασία τους.
«Υπάρχουν κέντρα που κάνουν επικίνδυνες θεραπείες χωρίς άδεια»
Ερωτηθείς ευθέως κατά πόσον υπάρχουν κέντρα που προσφέρουν επικίνδυνες θεραπείες χωρίς άδεια, ο κ. Αναστασιάδης απάντησε καταφατικά.
Αναφερόμενος, μάλιστα, στο συγκεκριμένο κέντρο που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης, σημείωσε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει, φαίνεται να μη λειτουργεί πλέον, παρά το γεγονός ότι η ιστοσελίδα του εξακολουθεί να εμφανίζεται ενεργή.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ένα από τα προβλήματα που αναδείχθηκαν αφορά το γεγονός ότι ένα κέντρο που δεν είναι αδειοδοτημένο ως νοσηλευτήριο ή ως κέντρο ημερήσιας νοσηλείας ενδέχεται να μην ελεγχθεί με τον ίδιο τρόπο, καθώς δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί ότι εκεί παρέχονται επεμβατικές θεραπείες υψηλού κινδύνου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην πλασμαφαίρεση, για την οποία, όπως επισημάνθηκε κατά τη συζήτηση στη Βουλή, υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως προς τις ενδείξεις, το περιβάλλον και τους επαγγελματίες που μπορούν να την παρέχουν.
Κλείνοντας, ο Μιχάλης Αναστασιάδης συμφώνησε με την ανάγκη ενίσχυσης του νομικού και θεσμικού πλαισίου, τονίζοντας ότι η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, αν και υφίσταται, δεν φαίνεται να επαρκεί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η συζήτηση επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της προστασίας των ασθενών και της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι θεραπείες υψηλού κινδύνου παρέχονται μόνο υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και σε κατάλληλα αδειοδοτημένους χώρους.
Πηγή: Sigmalive







