Home ΛΑΡΝΑΚΑ Ανακοίνωση κόλαφος των οικογενειών Μαρί για ντοκιμαντέρ De Facto
Ανακοίνωση κόλαφος των οικογενειών Μαρί για ντοκιμαντέρ De Facto

Ανακοίνωση κόλαφος των οικογενειών Μαρί για ντοκιμαντέρ De Facto

Έντονη απογοήτευση και θυμό εκφράζουν μέσω ανακοίνωσης οι οικογένειες των πεσόντων από τη φονική έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, για τα δύο ντοκιμαντέρ της εκπομπής «De Facto» του τηλεοπτικού σταθμού Omega, τα οποία προβλήθηκαν στις 2 και 9 Αυγούστου 2026.

Οι οικογένειες διατυπώνουν σοβαρές ενστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν τα γεγονότα της 11ης Ιουλίου 2011, υποστηρίζοντας ότι δεν επρόκειτο για αντικειμενική επανεξέταση της τραγωδίας, αλλά ότι δημιουργήθηκε η εντύπωση προσπάθειας μετατόπισης των ευθυνών και αποκατάστασης της υστεροφημίας του τότε Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια και της κυβέρνησής του.

Στην ανακοίνωση γίνεται εκτενής αναφορά σε στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τις οικογένειες, είτε αποσιωπήθηκαν είτε δεν αναδείχθηκαν επαρκώς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι προειδοποιήσεις της Εθνικής Φρουράς για τους κινδύνους από την παρατεταμένη αποθήκευση των εμπορευματοκιβωτίων, οι χειρισμοί γύρω από το φορτίο του πλοίου Monchegorsk, καθώς και ευρήματα του Πορίσματος Πολυβίου και των δικαστικών αποφάσεων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην επαναφορά του σεναρίου περί δολιοφθοράς, το οποίο, όπως σημειώνουν, είχε αποκλειστεί από σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Οι συγγενείς των θυμάτων στέκονται ιδιαίτερα στην καταληκτική αναφορά του δημοσιογράφου ότι «ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιοι έφταιξαν», επισημαίνοντας ότι για την τραγωδία υπάρχουν τόσο το Πόρισμα Πολυβίου όσο και δικαστικές αποφάσεις στις οποίες έχουν καταγραφεί ευθύνες. Διευκρινίζουν, πάντως, ότι δεν αμφισβητούν το δικαίωμα οποιουδήποτε δημοσιογράφου να ερευνά, να αμφισβητεί ή να παρουσιάζει διαφορετικές απόψεις, αλλά αντιδρούν σε αυτό που θεωρούν επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων και σχετικοποίηση των ευθυνών.

Παράλληλα, τονίζουν ότι πριν από οποιαδήποτε προσπάθεια δημόσιας υπεράσπισης ή αποκατάστασης της εικόνας προσώπων που είχαν εμπλοκή στην υπόθεση, θα έπρεπε να προηγηθεί, όπως αναφέρουν, μια «ειλικρινής απολογία» προς τις οικογένειες των 13 ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους και προς την κοινωνία. Καταλήγουν υπογραμμίζοντας ότι η τραγωδία στο Μαρί «δεν είναι υπόθεση πολιτικής υστεροφημίας» ούτε μπορεί να χρησιμοποιείται για την ανακατασκευή πολιτικών αφηγημάτων.

Αυτούσια η ανακοίνωση των οικογενειών:

Ανακοίνωση οικογενειών των πεσόντων κατά τη φονική έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, στις 11 Ιουλίου 2011, αναφορικά με τις εκπομπές που προβλήθηκαν για το θέμα από τον τηλεοπτικό σταθμό Omega

Τι μήνυμα ήθελαν τελικά να περάσουν τα δύο ντοκιμαντέρ για την τραγωδία στο Μαρί;

Με έκπληξη, απογοήτευση και θυμό παρακολουθήσαμε τα δύο μέρη της εκπομπής που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος ‘De Facto’, υπό την επιμέλεια του δημοσιογράφου Σωτήρη Παρούτη, στις 02 και 09 Αυγούστου 2026, σχετικά με τη φονική έκρηξη στο Μαρί, στις 11 Ιουλίου 2011.

Μια τραγωδία τέτοιου μεγέθους, από τις μεγαλύτερες που γνώρισε η Κυπριακή Δημοκρατία μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως μια υπόθεση για την οποία, δεκαπέντε χρόνια μετά, «ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιοι έφταιξαν». Ένα ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να φωτίσει ένα τόσο σοβαρό γεγονός οφείλει να αναζητά την αλήθεια, να παρουσιάζει τα ουσιώδη δεδομένα και να αναδεικνύει τα διδάγματα που προκύπτουν.

Δυστυχώς, από το περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων, δημιουργείται έντονα η εντύπωση ότι δεν επιχειρήθηκε μια αντικειμενική επανεξέταση της τραγωδίας, αλλά μια προσπάθεια μετατόπισης των ευθυνών και αποκατάστασης της υστεροφημίας του τότε Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια και της κυβέρνησής του.

Και αυτό δεν είναι απλώς μια δική μας εντύπωση. Προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν πρόσωπα, γεγονότα και μαρτυρίες, αλλά κυρίως από όσα επιλέγησαν να μην παρουσιαστούν ή να μη σχολιαστούν.

Αποσιωπήθηκαν κρίσιμα στοιχεία που καταγράφονται στο Πόρισμα Πολυβίου και τις δικαστικές αποφάσεις. Παραγνωρίστηκαν οι προειδοποιήσεις της Εθνικής Φρουράς για τους κινδύνους από την παρατεταμένη αποθήκευση των εμπορευματοκιβωτίων, καθώς και το γεγονός ότι οι κίνδυνοι αυτοί ήταν γνωστοί στην πολιτική ηγεσία πολύ πριν από την έκρηξη. Δεν αναδείχθηκαν οι αντιφάσεις σχετικά με τον χειρισμό του πλοίου που μετέφερε τα εμπορευματοκιβώτια (Monchegorsk), ούτε η πολιτική της παρατεταμένης κατακράτησης του φορτίου, παρά τις δυνατότητες που είχαν προταθεί για την ασφαλή αντιμετώπισή του.

Την ίδια ώρα, ο τότε Υπουργός Άμυνας παρουσιάστηκε ουσιαστικά ως «θύμα» και «αποδιοπομπαίος τράγος», χωρίς να αναδειχθούν ούτε τα δικαστικά ευρήματα για τις ευθύνες και την αδράνειά του ούτε σημαντικές δημόσιες δηλώσεις του για το φορτίο και την επικινδυνότητά του. Ακόμη, αναφορές του τότε Γενικού Εισαγγελέα, Πέτρου Κληρίδη, και κρίσιμες διαπιστώσεις των δικαστηρίων σχετικά με τη μαρτυρία του Γιώργου Γεωργιάδη δεν παρουσιάστηκαν με την αναγκαία βαρύτητα.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι, επίσης, ότι επανήλθε ο ισχυρισμός περί πιθανής δολιοφθοράς, χωρίς να αξιοποιηθεί ουσιαστικά η παρουσία στην εκπομπή του εμπειρογνώμονα Αντώνη Σιακαλλή, η έκθεση του οποίου, όπως καταγράφεται στο Πόρισμα Πολυβίου, απέκλειε το ενδεχόμενο δολιοφθοράς.

Όλα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν, στο τέλος, ο δημοσιογράφος δηλώνει ότι «ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιοι έφταιξαν».

Εμείς, ως οικογένειες των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους, γνωρίζουμε ότι η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να μην υπήρξε Πόρισμα Πολυβίου, σαν να μην υπήρξαν δικαστικές αποφάσεις και σαν να μην καταγράφηκαν συγκεκριμένες ευθύνες.

Δεν αμφισβητούμε το δικαίωμα οποιουδήποτε δημοσιογράφου να ερευνά, να αμφισβητεί ή να παρουσιάζει διαφορετικές απόψεις. Αμφισβητούμε, όμως, μια επιλεκτική παρουσίαση της ιστορίας που οδηγεί στη σχετικοποίηση των ευθυνών και την επαναφορά ενός αφηγήματος που απαλλάσσει την τότε πολιτική ηγεσία από ευθύνες που έχουν ήδη εξεταστεί και καταγραφεί.

Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη που για εμάς είναι ίσως το σημαντικότερο. Πριν από κάθε δημόσια τοποθέτηση, κάθε προσπάθεια υπεράσπισης, κάθε δημόσια αφήγηση και κάθε προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας οποιουδήποτε προσώπου που είχε οποιαδήποτε ευθύνη ή εμπλοκή στην υπόθεση, θα έπρεπε να προηγείται κάτι πολύ απλό και ανθρώπινο: μια ειλικρινής απολογία προς τις οικογένειες των 13 ανθρώπων που χάθηκαν. Και μετά προς την κοινωνία.

Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε. Και όταν, δεκαπέντε χρόνια μετά, αντί μιας έμπρακτης ανάληψης ευθύνης και μιας ειλικρινούς απολογίας επιλέγεται η αμφισβήτηση, η μετατόπιση ευθυνών ή η προσπάθεια δημιουργίας ενός διαφορετικού αφηγήματος, τότε τίθεται ένα ακόμη πιο σοβαρό ερώτημα: τι έχουμε πραγματικά διδαχθεί από την τραγωδία;

Γιατί αν δεν αναγνωρίσουμε τα λάθη, τις παραλείψεις και τις ευθύνες που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία, δεν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι ως Πολιτεία και ως κοινωνία. Και κυρίως, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να αποτρέψουμε παρόμοιες τραγωδίες στο μέλλον.

Η τραγωδία του Μαρί δεν είναι υπόθεση πολιτικής υστεροφημίας. Δεν είναι εργαλείο για την ανακατασκευή πολιτικών αφηγημάτων και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σημερινών ή αυριανών πολιτικών σχεδιασμών. Είναι η απώλεια 13 ανθρώπων που έπεσαν στο καθήκον, αυτών που τραυματίστηκαν και η σημαντικότατη επίπτωση στον τόπο μας.

Τους οφείλουμε την αλήθεια. Τους οφείλουμε σεβασμό. Τους οφείλουμε μια ειλικρινή απολογία από όσους είχαν ευθύνη. Και τους οφείλουμε, πάνω απ’ όλα, να διδαχθούμε από την τραγωδία ώστε να μην επιτρέψουμε να συμβεί ξανά.

Είμαστε σίγουροι ότι οι συμπολίτες μας, οι οποίοι μας στήριξαν από την πρώτη στιγμή, δεν θα επιτρέψουν τη διαστρέβλωση των γεγονότων. Εμείς από την πλευρά μας, θα συνεχίσουμε να τιμούμε και να διαφυλάσσουμε τη μνήμη των ανθρώπων μας που έπεσαν παραμένοντας πιστοί στο καθήκον που του ανέθεσε η Πολιτεία και προασπιζόμενοι την αξιοπρέπεια της πατρίδας.

Αναλυτικά τα σημεία που χρήζουν περαιτέρω μελέτης

Όπως έχουν αντιληφθεί όσοι παρακολούθησαν το πρόγραμμα, καθ’ όλη τη διάρκειά του, ο δημοσιογράφος προσπαθούσε μεθοδικά να μετατοπίσει τις ευθύνες για την τραγωδία και να απαλλάξει τους πρωταιτίους, δηλαδή τον τότε Πρόεδρο Χριστόφια και τους υπουργούς του, παρά τα όσα ξεκάθαρα αναλύονται για τις ευθύνες τους, είτε ποινικής είτε άλλης φύσης, τόσο στο Πόρισμα Πολυβίου όσο και στις αποφάσεις του Κακουργιοδικείου πρωτοδίκως και του Εφετείου που ακολούθησαν.

Η πιο πάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται από το καταληκτικό σχόλιο του κ. Παρούτη, όπου αντανακλάται εμφανώς η προσπάθεια απόσεισης ευθυνών.

Συγκεκριμένα, ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιοι έφταιξαν για την τραγωδία της 11ης Ιουλίου 2011. Με αυτό το σχόλιο, ο δημοσιογράφος φαίνεται να αμφισβητεί την ακεραιότητα και εγκυρότητα τόσο του Πορίσματος Πολυβίου όσο και των πιο πάνω δικαστικών αποφάσεων, όπου καταγράφονται με σαφήνεια οι ευθύνες κάθε εμπλεκομένου στην υπόθεση.

Προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, λοιπόν, επιθυμούμε να επαναλάβουμε τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα ή ευρήματα που ο κ. Παρούτης είτε δεν ανέφερε καν στην εκπομπή του είτε δεν ανέδειξε επαρκώς, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται περιθώρια για διαστρέβλωση της πραγματικότητας:

Ο δημοσιογράφος, ενώ όφειλε, δεν ανέδειξε το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν απαίτησε αμέσως από το πλοίο MONCHEGORSK, που μετέφερε τα εμπορευματοκιβώτια, να καταπλεύσει σε κυπριακό λιμάνι. Η Δημοκρατία όφειλε να προχωρήσει σε αυτή την ενέργεια για να συμμορφωθεί με τις διεθνείς της υποχρεώσεις με βάση τα ψηφίσματα των ΗΕ.

Τέτοιες οδηγίες δόθηκαν μόνο μετά που η Κυβέρνηση των ΗΠΑ προσέγγισε τη ρωσική Κυβέρνηση και ήταν λόγω αυτού του γεγονότος που ο καπετάνιος του πλοίου άλλαξε πορεία και κατέπλευσε στο λιμάνι της Λεμεσού. Αυτό το γεγονός προκύπτει από το πρακτικό της συνάντησης που είχε στις 30 Ιανουαρίου 2009 ο Προέδρος Χριστόφιας με τον Ειδικό Απεσταλμένο του Προέδρου της Συρίας, το οποίο βρίσκεται στις σσ. 96-97 του Πορίσματος Πολυβίου.

Στο πρακτικό αυτό καταγράφεται ότι ο Προέδρος Χριστόφιας δήλωσε στον Σύρο απεσταλμένο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προσπάθησε να καθυστερήσει όσο μπορούσε τις όποιες ενέργειες της, με την ελπίδα ότι το πλοίο θα έφθανε σε συριακό λιμάνι. Αυτή η δήλωση και παραδοχή του Προέδρου Χριστόφια καταρρίπτει και τους ισχυρισμούς των κ.κ. Ιάκωβου Παπακώστα και Βάσου Γεωργίου στο ντοκιμαντέρ ότι ήταν δήθεν η Κυπριακή Δημοκρατία που «οδήγησε» το πλοίο σε κυπριακό λιμάνι. Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Παρούτης αποσιώπησε την αντίφαση μεταξύ της πιο πάνω δήλωσης του Προέδρου Χριστόφια και των όσων ισχυρίστηκαν οι κ.κ. Γεωργίου και Παπακώστας στο ντοκιμαντέρ.

Επιπλέον, το ντοκιμαντέρ δεν ανέδειξε το γεγονός ότι, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ 03 Φεβρουαρίου 2009 και 10 Φεβρουαρίου 2009, είχε διαμηνύσει στη διεθνή κοινότητα, γενικότερα, και στην αρμόδια Επιτροπή Κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, ειδικότερα, πως δεν είχε ούτε την ικανότητα (“capability”) ούτε τις εγκαταστάσεις (“facilities”) για την αποθήκευση, ασφαλή φύλαξη ή διάθεση του φορτίου του ΜΟΝCHEGORSΚ, εντούτοις, όπως προκύπτει στις σσ. 273-278 του Πορίσματος Πολυβίου, η Κυπριακή Δημοκρατία αρνήθηκε να συνεργαστεί με διάφορες χώρες και την τότε Προεδρία της ΕΕ που είχαν διαμηνύσει ότι μπορούσαν να τη βοηθήσουν αναφορικά με τον χειρισμό των εκρηκτικών. Αντί τούτου, η Κυβέρνηση Χριστόφια ακολούθησε την πολιτική κατακράτησης και μη καταστροφής.

Περαιτέρω, ο δημοσιογράφος έκανε απλή αναφορά και δεν ανέδειξε το γεγονός ότι η πολιτική κατακράτησης και μη καταστροφής των εκρηκτικών εκδηλώθηκε και με δήλωση του Προέδρου Χριστόφια προς τον Πρόεδρο της Συρίας, στις 31 Αυγούστου 2009, ότι το φορτίο δεν θα παραδιδόταν σε οποιονδήποτε και θα παρέμενε φυλαγμένο στην Κύπρο, μέχρις ότου να είναι δυνατή η επιστροφή του στη Συρία ή το Ιράν. Το πρακτικό της μεταξύ τους συνάντησης, στο οποίο κατεγράφη αυτή η δήλωση του Προέδρου Χριστόφια, βρίσκεται στις σσ. 166-167 του Πορίσματος Πολυβίου.

Επίσης, το ντοκιμαντέρ δεν ανέδειξε το γεγονός ότι ο Υπουργός Άμυνας, μέσω σχετικής επιστολής του Αρχηγού ΓΕΕΦ, ημερομηνίας 28 Μαΐου 2009 και άλλης μεταγενέστερης αλληλογραφίας, γνώριζε ότι η Εθνική Φρουρά από πολύ νωρίς έθεσε ζήτημα κινδύνων αποσταθεροποίησης, αλλοίωσης ή και αυτανάφλεξης, λόγω του τρόπου στοίβαξης και της παρατεταμένης διάρκειας εναποθήκευσης των υλικών που βρίσκονταν εντός των εμπορευματοκιβωτίων σε ψηλές θερμοκρασίες.

Ο δημοσιογράφος, παρόλο που το είχε υπ’ όψιν του, δεν αναφέρθηκε, επίσης, στο Σημείωμα, ημερομηνίας 06 Σεπτεμβρίου 2010, του Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του ΠτΔ, κ. Λεωνίδα Παντελίδη, προς τον Προέδρο Χριστόφια. Στο Σημείωμα εκείνο, ο κ. Παντελίδης κατέγραφε το περιεχόμενο της συνάντησής του με δύο επιτελείς του Υπουργείου Άμυνας, οι οποίοι του είχαν μεταφέρει τη θέση ότι τοποθετούνταν υπέρ της καταστροφής της πυρίτιδας και των εκρηκτικών, καθώς υπήρχαν κίνδυνοι, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύσσονταν μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι. Επίσης, του είχαν αναφέρει ότι η Εθνική Φρουρά ήταν σε θέση, από τεχνικής άποψης, να διεκπεραιώσει το έργο της καταστροφής.

Συνεπώς, το ντοκιμαντέρ δεν ανέδειξε το γεγονός ότι τόσο ο Προέδρος Χριστόφιας (μέσω του πιο πάνω Σημειώματος) όσο και οι Υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών, έγκαιρα και πολύ πριν την έκρηξη, προειδοποιήθηκαν από την Εθνική Φρουρά ότι (α) τα εκρηκτικά δεν της ήταν χρήσιμα και (β) θα έπρεπε να καταστραφούν, λόγω των κινδύνων από την παρατεταμένη υπαίθρια αποθήκευση.

Ο δημοσιογράφος δεν ανέδειξε, επίσης, και το γεγονός ότι στις αποφάσεις του Κακουργιοδικείου και του Εφετείου ο Υπουργός Άμυνας βρέθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία λόγω του ότι, έχοντας από την πρώτη στιγμή γνώση και αντίληψη του κινδύνου, έχοντας τον έλεγχο του φορτίου και την αρμοδιότητα και ευκαιρία να δώσει οδηγίες για τον χειρισμό του σε διάφορες χρονικές στιγμές,  που δεν περιορίζονταν στη λύση της καταστροφής και μόνο, εντούτοις δεν ενήργησε, ως όφειλε, για την εξάλειψη του κινδύνου.

Αντ’ αυτού, ο κ. Παρούτης επιχειρεί στο πρόγραμμά του να παρουσιάσει τον τότε Υπουργό Άμυνας ως «θύμα» και «αποδιοπομπαίο τράγο», παρόλο που το Κακουργιοδικείο, μεταξύ  άλλων, έκανε εκτεταμένη αναφορά στην απραξία και αδιαφορία που επέδειξε ο τότε Υπουργός Άμυνας σε σχέση με τον κίνδυνο που υπήρχε.

Τέλος, σημειώνουμε ότι ο εμπειρογνώμονας επί εκρηκτικών υλικών, κ. Αντώνης Σιακαλλής, που ήταν ένας από τους φιλοξενούμενους του κ. Παρούτη στο ντοκιμαντέρ, συνέταξε έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που βρίσκεται στις σσ. 613-627 του Πορίσματος Πολυβίου, αποκλείοντας το ενδεχόμενο η έκρηξη να ήταν αποτέλεσμα δολιοφθοράς. Αυτό ανατρέπει τους ισχυρισμούς του Προέδρου Χριστόφια περί δολιοφθοράς, στους οποίους προέβη στη συνέντευξή του προς τη δημοσιογράφο Αιμιλία Κενεβέζου και πάλι με ατεκμηρίωτο και εντελώς αόριστο τρόπο, ένα αφήγημα που  επαναλαμβάνεται και από άλλους, ιδιαίτερα προσφάτως.

Παρ’ όλα αυτά, κ. Παρούτης δεν ρώτησε οτιδήποτε τον κ. Σιακαλλή για το ενδεχόμενο δολιοφθοράς, αλλά προέβαλε το πιο πάνω απόσπασμα της συνέντευξης του Προέδρου Χριστόφια στην εκπομπή του, χωρίς οποιονδήποτε σχολιασμό. Συνεπώς, με τον τρόπο που παρουσίασε το θέμα, ο δημοσιογράφος άφησε να αιωρείται το ενδεχόμενο δολιοφθοράς, κάτι που είχε αποκλειστεί όχι μόνο στο Πόρισμα Πολυβίου με βάση την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Σιακαλλή, αλλά και από άλλους εμπειρογνώμονες, των οποίων η μαρτυρία ελήφθη υπ’ όψιν από το Κακουργιοδικείο για να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα.

Έχοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω, θεωρούμε απαράδεκτη την προσπάθεια απόσεισης ευθυνών συγκεκριμένων προσώπων, όπως είχαν καταγραφεί στο Πόρισμα Πολυβίου και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις.

Με πλήρη επιφύλαξη όλων των νομικών και άλλων δικαιωμάτων μας.

 

Οικογένειες:

Αρχιπλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη

Πλοιάρχου Λάμπρου Λάμπρου

Ανθυπασπιστή Κλεάνθη Κλεάνθους

Επικελευστή Μιχάλη Ηρακλέους

Κελευστή Μίλτου Χριστοφόρου

Κελευστή Χρίστου Χριστοφόρου

Υπαστυνόμου Ανδρέα Παπαδόπουλου

Λοχία Βασίλη Κρόκου

Λοχία Σπύρου Τταντή

Λοχία Γιώργου Γιακουμή

Λοχία Παναγιώτη Θεοφίλου

Λοχία Αδάμου Αδάμου

Send this to a friend