Αναβολή για τις 12 Ιουνίου έλαβε η υπόθεση που αφορά τα έγγραφα των Κεντρικών Φυλακών, καθώς η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας το σύνολο των εγγράφων που είχε διαταχθεί να καταθέσει, προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο αυτά εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

Κατά τη σημερινή διαδικασία, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, Άννα Ματθαίου, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι από τα συνολικά 2.900 έγγραφα που αρχικά δεν είχαν αποκαλυφθεί στην υπεράσπιση, λόγω του διαβαθμισμένου χαρακτήρα τους, είχαν ήδη παραδοθεί 1.116 έγγραφα αυτούσια, χωρίς αποκάλυψη του περιεχομένου τους. Όπως ανέφερε, στο διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη δικάσιμο παραδόθηκαν επιπλέον 1.344 έγγραφα στην υπεράσπιση, αφού προηγουμένως απαλείφθηκαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων.

Σύμφωνα με την κ. Ματθαίου, τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ιατρικές εκθέσεις και εκθέσεις ιατροσυμβουλίων, ενώ η επεξεργασία τους κρίθηκε αναγκαία για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Ανέφερε επίσης ότι εξακολουθούν να μην έχουν παραδοθεί 440 έγγραφα, χάρτες και σχέδια των Κεντρικών Φυλακών, καθώς και usb που περιέχουν επικοινωνία δικηγόρου με πελάτη.

 

 

Ωστόσο, κατά την έναρξη της διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι η Αστυνομία δεν είχε μεταφέρει στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που επρόκειτο να κατατεθούν για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν είναι διαβαθμισμένα ή όχι, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να προχωρήσει η διαδικασία των αγορεύσεων των δύο πλευρών επί του ζητήματος.

Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε διήμερη αναβολή, λέγοντας ότι απαιτείται χρόνος για να προσκομιστούν τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα, απολογήθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας, υποστηρίζοντας ότι δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που είχαν δοθεί για μεταφορά του υλικού στο Δικαστήριο και ότι επρόκειτο για παρανόηση.

Ένσταση στην αναβολή έφερε ο συνήγορος υπεράσπισης της πρώτης κατηγορούμενης, Χρίστος Τριανταφυλλίδης, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση καθυστερεί αδικαιολόγητα, ενώ η πελάτιδά του, Άννα Αριστοτέλους, εξακολουθεί να τελεί σε διαθεσιμότητα. Όπως ανέφερε, κατά την επιθεώρηση εγγράφων που πραγματοποιήθηκε στην Αστυνομία, οι συνήγοροι υπεράσπισης κατάφεραν σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ωρών να εξετάσουν μόλις 15 έγγραφα, υπό συνθήκες που, όπως υποστήριξε, καθιστούν ιδιαίτερα χρονοβόρα τη διαδικασία.

Ο κ. Τριανταφυλλίδης ανέφερε ακόμη ότι, από τον δειγματοληπτικό έλεγχο που διενήργησε η υπεράσπιση, «είναι πεπεισμένη ότι τα έγγραφα που εξετάστηκαν δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4) της Ποινικής Δικονομίας», προσθέτοντας ότι η διαδικασία ενδέχεται να παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εάν συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο. «Έπρεπε να είναι έτοιμη η Κατηγορούσα Αρχή», σημείωσε, προσθέτοντας πως «ούτως ή άλλως, τα έγγραφα πρέπει να κατατεθούν στο Δικαστήριο».

Τη θέση του κ. Τριανταφυλλίδη υιοθέτησαν και οι συνήγοροι υπεράσπισης των υπόλοιπων κατηγορουμένων.

Το Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι οδηγίες που είχαν δοθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας ήταν σαφείς ως προς την υποχρέωση προσκόμισης των εγγράφων από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, σημειώνοντας ότι δεν είναι δυνατό να προχωρήσει η ακρόαση των αγορεύσεων των δύο πλευρών χωρίς την κατάθεσή τους. Ωστόσο, έκρινε ότι η μη προσκόμιση του υλικού οφειλόταν σε παρανόηση εκ μέρους της Αστυνομίας και όχι σε πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής.

Ως εκ τούτου, το Κακουργιοδικείο ενέκρινε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για ολιγοήμερη αναβολή και όρισε την υπόθεση για συνέχιση στις 12 Ιουνίου 2026, στις 9:30 το πρωί.

Υπενθυμίζεται ότι η εκκρεμότητα αφορά την εξέταση εγγράφων τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι καλύπτονται από τις εξαιρέσεις του άρθρου 7(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και άρα η πρόσβαση σε αυτά ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ζητήματα εθνικής ασφάλειας, θέση που αμφισβητεί η υπεράσπιση. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο τα έγγραφα αυτά δικαιολογημένα δεν αποκαλύφθηκαν στην υπεράσπιση.

Κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση είναι η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, η πρώην Υποδιευθύντρια, Αθηνά Δημητρίου, πέντε μέλη του σωφρονιστικού ιδρύματος και ένα πρώην μέλος, νυν αστυνομικός.

Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εννέα κοινές κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή κρατικής περιουσίας αναφορικά με 48.432 έγγραφα, κλοπή 370 αρχιτεκτονικών σχεδίων των Κεντρικών Φυλακών, καθώς και κλοπή 431 αντικειμένων που αφορούν ψηφιακούς δίσκους και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Επιπλέον, στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται κατηγορίες που αφορούν κατάχρηση εξουσίας σε σχέση με τη μεταφορά εγγράφων, σχεδίων και ψηφιακών δεδομένων εκτός Φυλακών. Διευκρινίζεται ότι η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών αντιμετωπίζει μία επιπλέον κατηγορία, καθώς φέρεται να επέτρεψε τη διαρροή διαβαθμισμένων εγγράφων.

Πηγή: ΚΥΠΕ