Ανατροπή οχήματος με χοίρους προκάλεσε καραμπόλα και… διαμάχη για 18 χρόνια
Μια υπόθεση που ξεκίνησε από τροχαίο δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας – Λεμεσού τον Οκτώβριο του 2008 και συνέχισε να απασχολεί τα δικαστήρια για σχεδόν δύο δεκαετίες, έφθασε το 2026 στο τέλος της σε επίπεδο Εφετείου, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τους μεγάλους χρόνους που απαιτούνται για την οριστική επίλυση ορισμένων αστικών διαφορών.
Η υπόθεση αφορούσε σύγκρουση τεσσάρων οχημάτων που σημειώθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2008, όταν φορτηγό που μετέφερε χοίρους ανατράπηκε στον αυτοκινητόδρομο μετά από έκρηξη φθαρμένου ελαστικού, φράζοντας και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ακολούθησαν διαδοχικές συγκρούσεις οχημάτων, μεταξύ αυτών και το όχημα της ενάγουσας, η οποία διεκδίκησε αποζημιώσεις για τις υλικές ζημιές και τους τραυματισμούς που υπέστη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα βάρυνε τον οδηγό του φορτηγού, διαπιστώνοντας ότι η ανατροπή του οχήματος προκλήθηκε από την αμέλειά του να διατηρεί τα ελαστικά σε ασφαλή κατάσταση. Το Δικαστήριο είχε επιδικάσει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις υπέρ της ενάγουσας εναντίον του οδηγού και της ασφαλιστικής του εταιρείας, απόφαση η οποία δεν αμφισβητήθηκε στο Εφετείο.
Η έφεση επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο ζήτημα των δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ άλλων εναγομένων της υπόθεσης, συγκεκριμένα οδηγού άλλου οχήματος και της ασφαλιστικής του εταιρείας, οι οποίοι τελικά απαλλάχθηκαν από κάθε ευθύνη. Η ενάγουσα υποστήριξε ότι, παρά την απαλλαγή τους, τα έξοδά τους θα έπρεπε να καταβληθούν από τον βασικό υπαίτιο του δυστυχήματος και όχι από την ίδια, επικαλούμενη τη γνωστή αγγλική αρχή «Bullock Order».
Το Εφετείο, εξετάζοντας τα πραγματικά περιστατικά, κατέληξε ότι η ενάγουσα γνώριζε από την πρώτη στιγμή την αλληλουχία των συγκρούσεων και ποια οχήματα προκάλεσαν τις σοβαρές ζημιές στο αυτοκίνητό της. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη δική της μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία το σοβαρότερο πλήγμα προήλθε από το όχημα που ακολουθούσε αμέσως πίσω της, ενώ η μεταγενέστερη σύγκρουση άλλου οχήματος χαρακτηρίστηκε από την ίδια ως «ελάχιστη».
Οι εφέτες έκριναν ότι δεν υπήρχε πραγματική αμφιβολία ως προς το ποιοι ενδεχομένως ευθύνονταν για τις ζημιές και τον τραυματισμό της, στοιχείο που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διαταγής Bullock. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η ενάγουσα είχε πλήρη γνώση των γεγονότων και επέλεξε να στραφεί δικαστικά και εναντίον προσώπων που τελικά αποδείχθηκε ότι δεν είχαν ευθύνη, αναλαμβάνοντας τον σχετικό δικονομικό κίνδυνο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Εφετείο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια όταν επιδίκασε τα έξοδα των απαλλαγέντων εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας και όχι του οδηγού που κρίθηκε υπεύθυνος για το δυστύχημα. Ως εκ τούτου, απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε πλήρως την επίδικη διαταγή εξόδων.
Παράλληλα, το Εφετείο επιδίκασε έξοδα της έφεσης ύψους 2.400 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος της εφεσείουσας.
Πηγή: Sigmalive






