Στα δικαστήρια για πρόστιμο €350 λόγω σκύλου που περιφερόταν ελεύθερος
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση ιδιοκτήτη σκύλου, ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου επειδή επέτρεψε στον σκύλο του να κυκλοφορεί ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο χωρίς λουρί, κατά παράβαση του περί Σκύλων Νόμου.
Η πρωτόδικη απόφαση προέβλεπε χρηματική ποινή ύψους €350, με το Ανώτατο να επικυρώνει τελικά πλήρως την καταδίκη και την ποινή.
Στην έφεσή του, ο ιδιοκτήτης του σκύλου υποστήριξε ότι δεν είχε αποδειχθεί βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή ότι ο ίδιος «επέτρεψε» ή «ανέχθηκε» να περιφέρεται το ζώο ελεύθερο στον δρόμο. Η θέση της υπεράσπισης ήταν πως δεν υπήρχε καμία μαρτυρία ότι γνώριζε ότι ο σκύλος του κυκλοφορούσε χωρίς λουρί, ούτε ότι αδιαφόρησε ή εθελοτυφλούσε για το γεγονός αυτό. Παράλληλα, προωθήθηκε ο ισχυρισμός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο εφεσείων βρισκόταν στην εργασία του, άρα δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει το ζώο.
Το Ανώτατο, εξετάζοντας τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε δική του μαρτυρία. Το πρωτόδικο δικαστήριο βασίστηκε κυρίως στην κατάθεση του παραπονούμενου, ενώ η μαρτυρία του αστυνομικού που διερεύνησε την υπόθεση θεωρήθηκε τυπική.
Παράλληλα, το Ανώτατο ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων όντως βρισκόταν στην εργασία του κατά τον κρίσιμο χρόνο. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η θέση αυτή είχε τεθεί μόνο μέσω εισηγήσεων της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, χωρίς όμως να αποδειχθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει τη θέση ότι η απουσία του κατηγορουμένου από την οικία θα αρκούσε ώστε να αποκλειστεί η ευθύνη του.
Στο επίκεντρο της απόφασης βρέθηκε η ερμηνεία του άρθρου 18(ε)(iii) του περί Σκύλων Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι αδίκημα διαπράττει οποιοδήποτε πρόσωπο «επιτρέπει ή ανέχεται» όπως ο σκύλος του περιφέρεται ελεύθερος σε δημόσιο χώρο χωρίς λουρί. Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί συγκεκριμένα ότι «επέτρεψε» και όχι ότι «ανέχθηκε» το γεγονός.
Ακολούθως, το Δικαστήριο προχώρησε σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας γύρω από την έννοια του όρου «επιτρέπει». Επικαλέστηκε τόσο κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις, σημειώνοντας ότι η έννοια του όρου προϋποθέτει γνώση συγκεκριμένων περιστάσεων ή ύπαρξη στοιχείων που θα έπρεπε να θέσουν τον ιδιοκτήτη σε υποψία, καθώς και αποτυχία λήψης διαθέσιμων μέτρων για αποτροπή της παράβασης.
Το Ανώτατο υιοθέτησε τη θέση ότι, στην περίπτωση του περί Σκύλων Νόμου, η έννοια του «επιτρέπει» συνδέεται με την παράλειψη του ιδιοκτήτη να ελέγξει τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο σκύλος του κατέληξε να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτος. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η αποτυχία ελέγχου τέτοιων περιστάσεων μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με το ότι ο ιδιοκτήτης επέτρεψε την τέλεση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος.
Καθοριστικής σημασίας στην απόφαση ήταν και η θέση του Ανώτατου ότι ο νόμος δημιουργεί σιωπηρά μεταφορά του αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το σκεπτικό, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι ο σκύλος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς λουρί, όμως στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει — στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων — ότι δεν γνώριζε τις περιστάσεις που οδήγησαν στην παράβαση.
Το Δικαστήριο εξήγησε ότι οι συνθήκες φύλαξης ενός σκύλου αποτελούν ζήτημα που βρίσκεται κατ’ εξοχήν στη γνώση του ιδιοκτήτη και ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τι συνέβαινε εντός της οικίας ή του υποστατικού όπου φυλασσόταν το ζώο. Μάλιστα, έγινε ειδική αναφορά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο απαραβίαστο της κατοικίας, με το Δικαστήριο να σημειώνει ότι οι περιορισμοί αυτοί καθιστούν πρακτικά ανέφικτη την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας από πλευράς κατηγορίας.
Το Ανώτατο προχώρησε ακόμη σε ανάλυση της νομολογίας αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητας και τη μεταφορά αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο. Υπέδειξε ότι τέτοιου είδους ρυθμίσεις είναι επιτρεπτές όταν παραμένουν εντός λογικών ορίων, όταν αφορούν περιστάσεις που βρίσκονται αποκλειστικά στη γνώση του κατηγορουμένου και όταν δεν καθιστούν υπέρμετρα δύσκολη την υπεράσπισή του.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αναφέρθηκε και σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και σε υπόθεση του Ηνωμένου Βασιλείου που αφορούσε τον Dangerous Dogs Act, όπου κρίθηκε συμβατή με την ΕΣΔΑ η μεταφορά αποδεικτικού βάρους στον ιδιοκτήτη σκύλου.
Καταληκτικά, το Ανώτατο έκρινε ότι ο εφεσείων απέτυχε να αποσείσει το βάρος που βρισκόταν στους ώμους του, αφού δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο σκύλος του βρέθηκε ελεύθερος στον δρόμο. Ως αποτέλεσμα, απορρίφθηκε τόσο ο πρώτος λόγος έφεσης όσο και ο δεύτερος, με τον οποίο υποστηριζόταν ότι λανθασμένα είχε κληθεί σε απολογία.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε.









