«Βεντέτα» κτηνοτρόφων από το 2017 για ζημιές σε κριθάρι από αιγοπρόβατα
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση γεωργοκτηνοτρόφου, ο οποίος αμφισβητούσε πρωτόδικη απόφαση που τον έκρινε υπεύθυνο για ζημιές που προκάλεσαν τα αιγοπρόβατά του σε καλλιέργεια κριθαριού γειτονικού ιδιοκτήτη, διατηρώντας παράλληλα την επιδίκαση αποζημίωσης για τα έξοδα εκτίμησης των ζημιών.
Η υπόθεση αφορούσε περιστατικό που σημειώθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2017, όταν, σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα και νυν εφεσίβλητου, κοπάδι αιγών και προβάτων που ανήκε στον γείτονά του εισήλθε σε αγροτεμάχια όπου καλλιεργούσε κριθάρι και προκάλεσε εκτεταμένη ζημιά από βόσκηση.
Οι δύο πλευρές είναι ιδιοκτήτες γειτονικών αγροτεμαχίων. Ο εφεσείων δραστηριοποιείται ως γεωργοκτηνοτρόφος, διατηρώντας ποίμνιο αιγοπροβάτων, ενώ ο εφεσίβλητος, εκτός από δικά του ζώα σε άλλα τεμάχια, καλλιεργούσε και κριθάρι στην επίδικη περιοχή.
Με την έφεσή του, ο γεωργοκτηνοτρόφος υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε την εκδοχή του αντιδίκου του και απέρριψε τη δική του, ενώ αμφισβήτησε και την επιδίκαση ποσού 600 ευρώ που αφορούσε τα έξοδα εκτίμησης της ζημιάς από εμπειρογνώμονα.
Το Εφετείο εξέτασε καταρχάς τους ισχυρισμούς που αφορούσαν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην απόφασή του υπενθυμίζει τη διαχρονική νομολογιακή αρχή ότι τα εφετειακά δικαστήρια παρεμβαίνουν μόνο κατ’ εξαίρεση στην κρίση του πρωτόδικου δικαστή ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Η αγωγή είχε εκδικαστεί με τη διαδικασία ταχείας εκδίκασης της παλαιάς Διάταξης 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι διάδικοι και οι μάρτυρές τους κατέθεσαν ένορκες γραπτές δηλώσεις, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση οποιουδήποτε από τους δηλούντες.
Το Εφετείο αναγνώρισε ότι στην πρωτόδικη απόφαση υπήρχε αναφορά πως «από τις δύο εκδοχές, επιλέγω ως πλέον πειστική αυτή του ενάγοντα», διατύπωση η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση λανθασμένης προσέγγισης ως προς το βάρος απόδειξης. Ωστόσο έκρινε ότι επρόκειτο απλώς για φραστικό ολίσθημα, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε με σαφήνεια γιατί κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων είχε αποδείξει την υπόθεσή του στο απαιτούμενο επίπεδο πιθανοτήτων.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η εκδοχή του εφεσίβλητου ενισχυόταν από μαρτυρία προσώπου που ανέφερε ότι είχε δει τον εφεσείοντα μαζί με τα αιγοπρόβατά του στα επίδικα τεμάχια κατά την επίμαχη ημέρα. Παράλληλα, η παρουσία των ζώων στην περιοχή επιβεβαιωνόταν από μαρτυρίες αστυνομικού και γεωπόνου, οι οποίοι επισκέφθηκαν το σημείο μετά το περιστατικό.
Αντίθετα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκδοχή του εφεσείοντος δεν ήταν πειστική, καθώς δεν παρουσίασε στοιχεία που να αντικρούουν αποτελεσματικά τα δεδομένα της υπόθεσης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι απέφυγε να απαντήσει σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του αντιδίκου του και δεν διευκρίνισε ποιο πρόσωπο, όπως ισχυριζόταν, είχε δει υπάλληλο του εφεσίβλητου να οδηγεί πρόβατα στα επίδικα τεμάχια.
Το Εφετείο επανέλαβε επίσης ότι, ακόμη και όταν οι υποθέσεις βασίζονται αποκλειστικά σε γραπτές ένορκες δηλώσεις χωρίς προφορική μαρτυρία, δεν μετατρέπεται η έφεση σε νέα εκδίκαση της υπόθεσης. Αντίθετα, ο ρόλος του Εφετείου παραμένει ο έλεγχος της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης και όχι η αντικατάσταση της αξιολόγησης του πρωτόδικου δικαστή με δική του εκτίμηση.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου δικαιολογούνταν πλήρως από τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιόν του και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί εφετειακή παρέμβαση.
Σε ό,τι αφορά το ποσό των 600 ευρώ που επιδικάστηκε για την εκτίμηση της ζημιάς, το Εφετείο απέρριψε επίσης τον σχετικό λόγο έφεσης. Ο εφεσείων υποστήριζε ότι δεν είχε αποδειχθεί πως ο εφεσίβλητος είχε πράγματι καταβάλει το ποσό αυτό στον γεωπόνο – εκτιμητή.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν ευσταθεί. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ότι η αμοιβή του ανερχόταν σε 600 ευρώ, ενώ το ίδιο ποσό αναγραφόταν και στην έκθεση εκτίμησης. Παράλληλα, ο εφεσίβλητος είχε δηλώσει ότι ο γεωπόνος τον είχε χρεώσει με το συγκεκριμένο ποσό πλέον ΦΠΑ.
Σύμφωνα με το Εφετείο, δεν ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το ποσό είχε ήδη πληρωθεί, αφού η υποχρέωση καταβολής του δημιουργήθηκε ως άμεσο αποτέλεσμα της παράνομης επέμβασης και της ζημιάς που προκάλεσαν τα ζώα του εφεσείοντος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Παράλληλα, επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντος δικαστικά έξοδα ύψους 1.100 ευρώ πλέον ΦΠΑ.






