Ζήτησε €207.000 αποζημίωση για κυλικείο Γυμνασίου στη Λευκωσία- «Όχι» Εφετείου
Το Εφετείο επικύρωσε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, απορρίπτοντας έφεση γυναίκας που ζητούσε αποζημίωση από Σχολική Εφορεία , για υπόθεση προσφοράς που αφορούσε την εκμετάλλευση του σχολικού κυλικείου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή που καταχωρίστηκε δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος ήταν πρόωρη και ότι δεν αποδείχθηκε πως η προσφορά θα κατακυρωνόταν στην ίδια, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η ακυρωθείσα διοικητική πράξη.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2008, όταν η Σχολική Εφορεία προκήρυξε προσφορές για τη λειτουργία του κυλικείου στην επαρχία Λευκωσίας για την περίοδο από 1η Σεπτεμβρίου 2008 μέχρι 31 Αυγούστου 2011. Η εφεσείουσα υπέβαλε κανονικά την προσφορά της στις 27 Ιουνίου 2008, καταθέτοντας όλα τα απαιτούμενα έγγραφα.
Στις 30 Ιουλίου 2008 ενημερώθηκε προφορικά ότι η προσφορά της απορρίφθηκε και ότι το συμβόλαιο κατακυρώθηκε σε άλλο πρόσωπο. Μέσω των δικηγόρων της ζήτησε γραπτώς εξηγήσεις και στις 20 Αυγούστου 2008 η Σχολική Εφορεία της κοινοποίησε τους λόγους της απόρριψης.
Η ενδιαφερόμενη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο με την Προσφυγή 1517/2008. Στις 30 Απριλίου 2010 το Ανώτατο ακύρωσε την απόφαση της Σχολικής Εφορείας, κρίνοντας ότι υπήρχε κακή συγκρότηση του αρμόδιου οργάνου και έλλειψη δέουσας έρευνας κατά τη λήψη της απόφασης.
Μετά την ακυρωτική απόφαση, η γυναίκα απέστειλε επιστολή στις 11 Μαΐου 2010 ζητώντας αποζημιώσεις ύψους €207.000,44 για ζημιές που, όπως υποστήριζε, υπέστη εξαιτίας της παράνομης διοικητικής πράξης. Η Σχολική Εφορεία δεν απάντησε αρχικά στην απαίτηση, ωστόσο τον Αύγουστο του 2010 ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε σε επανεξέταση των προσφορών, ζητώντας επιπρόσθετα στοιχεία.
Η εφεσείουσα απάντησε ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά της και προτίθεται να καταχωρίσει αγωγή για αποζημιώσεις, σημειώνοντας παράλληλα ότι η επιστολή της Σχολικής Εφορείας παρελήφθη καθυστερημένα. Παρά ταύτα, την 1η Σεπτεμβρίου 2010 καταχώρισε αγωγή ζητώντας αποζημιώσεις ύψους €207.144.
Η Σχολική Εφορεία έδωσε τελικά δεκαήμερη παράταση για την υποβολή των ζητηθέντων στοιχείων και η εφεσείουσα τα απέστειλε στις 13 Σεπτεμβρίου 2010. Ακολούθησε συνέντευξη στις 11 Νοεμβρίου 2010, μετά την οποία η προσφορά κατακυρώθηκε εκ νέου σε άλλο πρόσωπο.
Η νέα αυτή απόφαση προσβλήθηκε με δεύτερη προσφυγή, την υπ’ αριθμόν 266/2011. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 16 Οκτωβρίου 2012, ακύρωσε και πάλι την κατακύρωση, κρίνοντας ότι υπήρχε εσφαλμένη σύνθεση του οργάνου που έλαβε την απόφαση, λόγω λανθασμένης κλήσης των μελών του.
Παρά τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεων, θεωρώντας ότι ήταν πρόωρη, καθώς είχε καταχωριστεί πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία συμμόρφωσης της διοίκησης με την πρώτη ακυρωτική απόφαση και πριν ολοκληρωθεί η επανεξέταση των προσφορών.
Το Εφετείο συμφώνησε πλήρως με αυτή τη θέση. Στην απόφαση τονίζεται ότι, μετά την ακύρωση διοικητικής πράξης, η διοίκηση έχει συνταγματική υποχρέωση, βάσει του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, να επανεξετάσει την υπόθεση και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Μόνο όταν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία μπορεί να εξεταστεί αν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα για αποζημίωση.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η ακύρωση μιας διοικητικής πράξης δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα αποζημίωσης. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει, αφ’ εαυτής, ζημία», ενώ η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας απόφασης.
Η εφεσείουσα υποστήριξε ότι η επανεξέταση ήταν στην πράξη αδύνατη, αφού είχε ήδη παρέλθει το μεγαλύτερο μέρος της τριετούς περιόδου εκμετάλλευσης του κυλικείου. Το Εφετείο, ωστόσο, απέρριψε αυτό το επιχείρημα, παραπέμποντας σε πάγια νομολογία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η διοίκηση υποχρεούται να προχωρεί σε επανεξέταση ακόμη και όταν δεν είναι εφικτή η πλήρης αποκατάσταση της κατάστασης «in natura».
Στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στις υποθέσεις «Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας» και «Κοινοπραξία A.D.T. – ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας», όπου κρίθηκε ότι ακόμη και σε περιπτώσεις αντικειμενικής αδυναμίας πλήρους αποκατάστασης, η επανεξέταση παραμένει αναγκαία ώστε να διαπιστωθεί αν ο αιτητής πράγματι θα δικαιούτο το επίδικο δικαίωμα ή σύμβαση.
Το Εφετείο επεσήμανε ότι στην παρούσα υπόθεση η πρώτη ακυρωτική απόφαση δεν έκρινε αν η απόρριψη της προσφοράς ήταν ορθή ή λανθασμένη στην ουσία της, αλλά ακύρωσε τη διαδικασία για λόγους κακής συγκρότησης και έλλειψης δέουσας έρευνας. Ως εκ τούτου, κατά την επανεξέταση θα μπορούσε είτε να απορριφθεί ξανά η προσφορά της εφεσείουσας είτε να κριθεί ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις και να συγκριθεί με τις υπόλοιπες προσφορές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο γεγονός ότι η εφεσείουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι, αν δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση, η προσφορά θα κατακυρωνόταν στην ίδια. Το Δικαστήριο τόνισε ότι αυτό αποτελούσε βασική προϋπόθεση για να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης.
Παραπέμποντας σε σειρά παλαιότερων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων οι «Νικόλας ν. Δημοκρατίας» και «Vnukovo Airlines ν. Γενικού Εισαγγελέα», το Εφετείο επανέλαβε ότι ο ενάγων οφείλει να αποδείξει πως, χωρίς την παράνομη διοικητική πράξη, θα είχε εξασφαλίσει το επίδικο όφελος ή δικαίωμα.
Τελικά, το Δικαστήριο απέρριψε τους βασικούς λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι η αγωγή ήταν πρόωρη και ότι δεν είχε αποδειχθεί ζημία ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης. Ως αποτέλεσμα, έκρινε αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης, θεωρώντας τους ακαδημαϊκού χαρακτήρα.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και επιδικάστηκαν έξοδα €5.200 υπέρ της Σχολικής Εφορείας, πλέον ΦΠΑ όπου εφαρμόζεται.










