Επιτέθηκε με taser που αγόρασε από το πανηγύρι Κατακλυσμού – «Χαστούκι» Εφετείου
Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη γυναίκας που κρίθηκε ένοχη για κατοχή συσκευής εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας (taser) και επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση που είχε καταχωρίσει αυτοπροσώπως κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Η υπόθεση αφορούσε περιστατικό κατά το οποίο η κατηγορούμενη φέρεται να επιτέθηκε σε άλλη γυναίκα χρησιμοποιώντας αντικείμενο που διοχέτευε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ πρωτοδίκως είχε αθωωθεί μόνο από την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας.
Στην απόφασή του το Εφετείο ανέλυσε εκτενώς τόσο τη δομή της ειδοποίησης έφεσης όσο και τα όρια παρέμβασής του σε ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας, επισημαίνοντας ότι οι λόγοι έφεσης της εφεσείουσας δεν ήταν σαφώς διατυπωμένοι και χαρακτηρίζονταν από πλατειασμό. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω του αυτοπρόσωπου χειρισμού της υπόθεσης από την ίδια, όφειλε να εξετάσει την ουσία των παραπόνων της.
Κεντρικό επιχείρημα της εφεσείουσας αποτέλεσε το γεγονός ότι το επίδικο αντικείμενο δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο Δικαστήριο ούτε προσκομίστηκε γνωμάτευση ειδικού εμπειρογνώμονα που να επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο για συσκευή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Το Εφετείο, ωστόσο, συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία. Καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε βίντεο που κατατέθηκε ως τεκμήριο και στο οποίο η εφεσείουσα φαίνεται να χτυπά την παραπονούμενη με αντικείμενο που εξέπεμπε φως και χαρακτηριστικό ήχο, ενώ η παραπονούμενη φώναζε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία αστυνομικού, αλλά και αυτόπτη μάρτυρα του περιστατικού, ο οποίος κατέθεσε ότι είδε την κατηγορούμενη να επιτίθεται με συσκευή εκκένωσης ηλεκτρισμού. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι οι όποιες διαφορές ή προηγούμενες αντιπαραθέσεις μεταξύ του μάρτυρα και της εφεσείουσας δεν κρίθηκαν ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε επίσης στην ίδια την κατάθεση της κατηγορούμενης, η οποία κρίθηκε θεληματική ύστερα από διαδικασία δίκης εντός δίκης. Σε αυτήν, η εφεσείουσα παραδεχόταν ότι χτύπησε την παραπονούμενη με «φανάρι που διοχετεύει ηλεκτρική ενέργεια», το οποίο, όπως ανέφερε, είχε αγοράσει από το πανηγύρι του Κατακλυσμού στη Λάρνακα.
Το ιατρικό σκέλος της υπόθεσης ενίσχυσε περαιτέρω την κατηγορούσα αρχή. Ο γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη διαπίστωσε εγκαύματα πρώτου βαθμού, εκδορές και ερυθρότητα σε διάφορα σημεία του σώματος, εξηγώντας ότι τέτοιες βλάβες μπορούσαν να προκληθούν και από ηλεκτρισμό. Το Εφετείο έκρινε ότι η συνολική μαρτυρία – το βίντεο, οι καταθέσεις των μαρτύρων και οι ιατρικές διαπιστώσεις – δικαιολογούσε πλήρως το συμπέρασμα ότι χρησιμοποιήθηκε αντικείμενο εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και χωρίς φυσική παρουσίασή του στο Δικαστήριο.
Απορρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί περί παράνομης σύλληψης και έρευνας. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί πριν από τη σύλληψη της εφεσείουσας και ότι ουδέποτε ακυρώθηκε δικαστικά. Σε σχέση με την έρευνα στην οικία της, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καταπίεση ή κακομεταχείριση από την Αστυνομία, αλλά αντίθετα οι αστυνομικοί επέδειξαν σεβασμό προς την ίδια.
Η εφεσείουσα υποστήριξε ακόμη ότι στερήθηκε δίκαιης δίκης, επικαλούμενη ψυχολογικά προβλήματα, φοβίες και τραυματικές εμπειρίες από την τουρκική εισβολή του 1974, καθώς και ισχυρισμούς περί εκφοβισμού από την Αστυνομία. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα. Έκρινε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν ατεκμηρίωτοι, ενώ σημείωσε ότι τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά λήφθηκαν υπόψη μόνο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.
Τέλος, απορρίφθηκαν οι καταγγελίες περί εκδικητικής συμπεριφοράς της Αστυνομίας λόγω προηγούμενου παραπόνου που είχε υποβάλει η εφεσείουσα στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει μεροληψία ή σκευωρία.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι κανένας από τους εννέα λόγους έφεσης δεν μπορούσε να επιτύχει και επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση και την καταδίκη της εφεσείουσας.
*φωτογραφία από AI
Πηγή: Sigmalive










