Πέρασε με κόκκινο αλλά δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο – «Ζήτησε και τα ρέστα»
Σε υπόθεση τροχαίας παράβασης που εκδικάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οδηγός κρίθηκε ένοχος για μη συμμόρφωση με κόκκινο φανάρι και καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή ύψους 150 ευρώ, κατόπιν διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε στην απουσία του.
Η καταδικαστική απόφαση αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης, η οποία εξετάστηκε από το Εφετείο, με επίκεντρο τον τρόπο παρουσίασης και αποδοχής της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Η υπόθεση ξεκίνησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε κατά την πρώτη εμφάνιση, παρά το ότι είχε νομίμως κλητευθεί. Το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης ερήμην του, και λίγες ημέρες αργότερα άκουσε τη μαρτυρία αστυνομικού, ο οποίος δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων αλλά βασιζόταν αποκλειστικά στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Στη βάση αυτής της μαρτυρίας, το Δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο και του επέβαλε χρηματική ποινή 150 ευρώ.
Η καταδικαστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση, με τον εφεσείοντα να υποστηρίζει ότι η μαρτυρία που έγινε δεκτή ήταν καθαρά εξ ακοής, και μάλιστα δεύτερου βαθμού, παραβιάζοντας τόσο τον περί Αποδείξεως Νόμο όσο και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι ο μάρτυρας που κατέθεσε δεν ήταν αυτός που διαπίστωσε την παράβαση, αλλά απλώς μετέφερε όσα προέκυπταν από τον φάκελο.
Το Εφετείο, ωστόσο, προσέγγισε την υπόθεση με διαφορετικό πρίσμα. Αναγνώρισε εξαρχής ότι η μαρτυρία ήταν πράγματι εξ ακοής, επισημαίνοντας ότι ο αστυνομικός βασίστηκε αποκλειστικά σε πληροφορίες που άντλησε από τη μελέτη του φακέλου. Παρά ταύτα, έκρινε ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν απαγορεύεται αυτομάτως από τον νόμο, καθώς το ισχύον πλαίσιο επιτρέπει την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας υπό προϋποθέσεις.
Καθοριστικής σημασίας για την κρίση του Δικαστηρίου υπήρξε η στάση του ίδιου του εφεσείοντα. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι ο κατηγορούμενος, επιλέγοντας να μην παρουσιαστεί στη δίκη του, ουσιαστικά παραιτήθηκε από βασικά δικονομικά του δικαιώματα, όπως το να ζητήσει την παρουσία του καταγγέλλοντος αστυνομικού για αντεξέταση ή να προσκομίσει δική του μαρτυρία. Η απουσία αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδυνάμωσε σημαντικά τα επιχειρήματα περί παραβίασης δικαιωμάτων.
Παράλληλα, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του περιεχομένου του φακέλου ή να υποδηλώνει παραποίηση των γεγονότων. Αντιθέτως, η μεταφορά της καταγγελίας από άλλον αστυνομικό, ο οποίος είχε υπηρεσιακή ευθύνη για τον φάκελο, θεωρήθηκε επαρκής υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Ωστόσο, η απόφαση δεν ήταν άκριτα ευνοϊκή προς την πρωτόδικη κρίση. Το Εφετείο εντόπισε σαφές σφάλμα: το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί θεώρησε την εξ ακοής μαρτυρία ως ικανή βάση για καταδίκη. Η έλλειψη αυτής της ανάλυσης κρίθηκε ως πλημμέλεια.
Παρά την επισήμανση του σφάλματος, το Εφετείο κατέληξε ότι αυτό δεν οδήγησε σε ουσιώδη απονομή αδικίας. Κάνοντας χρήση των εξουσιών που του παρέχει η ποινική δικονομία, έκρινε ότι, ακόμη και με την πλημμελή αιτιολόγηση, το αποδεικτικό υλικό ήταν επαρκές για να στηρίξει την ενοχή του κατηγορουμένου.










