Επικίνδυνα κτήρια: Νομοθετικά κενά, ευθύνες και ο «Ωθέλλος» ως προειδοποίηση
Η συζήτηση για υποχρεωτικό έλεγχο των κτηρίων επανέρχεται πλέον με μεγαλύτερη ένταση μετά την κατάρρευση πολυκατοικίας στην Γερμασόγια που στοίχισε την ζωή σε 2 άτομα. Η συντήρηση των κτηρίων στην Κύπρο παραμένει μέχρι σήμερα ζήτημα που επαφίεται στην ευχέρεια του κάθε ιδιοκτήτη, χωρίς υποχρεωτικό πλαίσιο τακτικών ελέγχων.
Το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ) προειδοποιεί εδώ και χρόνια για τους κινδύνους που εγκυμονεί αυτή η πραγματικότητα, ζητώντας την καθιέρωση υποχρεωτικών επιθεωρήσεων, ώστε να διαπιστώνεται η στατική επάρκεια των οικοδομών πριν να είναι αργά. Ωστόσο, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες για νομοθετική ρύθμιση, αυτές παραμένουν ημιτελείς, αφήνοντας ένα επικίνδυνο κενό στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας.
Μιλώντας στην Εκπομπή Πρωτοσέλιδο, ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντής τόνισε ότι η κατάσταση με τα επικίνδυνα κτήρια στην Κύπρο δεν αποτελεί αιφνιδιασμό, αλλά αποτέλεσμα διαχρονικών αδυναμιών και ενός γηρασμένου κτηριακού αποθέματος για το οποίο υπήρχαν επανειλημμένες προειδοποιήσεις. Όπως ανέφερε, έχουν ήδη εντοπιστεί επικίνδυνες οικοδομές, χωρίς όμως να ληφθούν έγκαιρα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.
Επεσήμανε ότι η πολιτεία διαχρονικά περιορίζεται σε συζητήσεις αντί για ουσιαστική πρόληψη, με αποτέλεσμα να φτάνει να αντιδρά εκ των υστέρων, ενώ μέχρι σήμερα αποφεύχθηκαν θύματα κυρίως λόγω τύχης. Υπογράμμισε την ανάγκη για άμεσες αποφάσεις και συντονισμένη δράση από όλους τους αρμόδιους φορείς. Αναφερόμενος στους ΕΟΑ, σημείωσε ότι αν και έχουν πρόσφατα αναλάβει τις αρμοδιότητες, οφείλουν να αξιοποιήσουν πλήρως τα διαθέσιμα εργαλεία, ενώ παράλληλα απαιτείται ενίσχυση της νομοθεσίας.
Η περίπτωση «Οθέλλος»
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώην κινηματογράφου «Ωθέλλος» στην Έγκωμη, που λειτουργεί ως ζωντανό παράδειγμα των συνεπειών αυτής της αδράνειας. Σύμφωνα με τεχνική μελέτη του 2026, το κτήριο παρουσιάζει εκτεταμένες ρηγματώσεις, διάβρωση οπλισμού και εξαιρετικά χαμηλές αντοχές σκυροδέματος, κάτω από τα ελάχιστα επιτρεπτά όρια, γεγονός που το καθιστά επικίνδυνο για χρήση . Η ίδια μελέτη καταλήγει σαφώς ότι η αναβάθμιση του κτηρίου είναι πρακτικά και οικονομικά ασύμφορη, προτείνοντας ανεπιφύλακτα την κατεδάφιση και ανοικοδόμηση νέας κατασκευής.
Την ίδια ώρα, οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη καταγράψει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια. Σε επιστολή του Δήμου Λευκωσίας (12/11/25) επισημαίνεται ότι το εγκαταλελειμμένο κτήριο αποτελεί εστία μόλυνσης, με παρουσία απορριμμάτων, στάσιμων νερών, εντόμων και τρωκτικών, ενώ εντοπίστηκαν ακόμα και επικίνδυνες φθορές στη δομή του που ενδέχεται να επηρεάσουν τη στατικότητα . Παράλληλα, η αρμόδια αρχή έχει χαρακτηρίσει επίσημα την οικοδομή ως επικίνδυνη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για διερχόμενους πολίτες και γειτονικές επιχειρήσεις .
Παρά τις επανειλημμένες ενέργειες της πλειοψηφούσας ιδιοκτήτριας εταιρείας, η οποία κατέχει πέραν του 70% του κτηρίου , για εκκένωση, κατεδάφιση και ανέγερση νέου ασφαλούς χώρου, η διαδικασία παραμένει μπλοκαρισμένη. Το πολυϊδιοκτησιακό καθεστώς, σε συνδυασμό με το ανεπαρκές νομοθετικό πλαίσιο, καθιστά πρακτικά αδύνατη την άμεση λήψη αποφάσεων, με αποτέλεσμα το κτήριο να παραμένει σε χρήση σε ορισμένα τμήματά του, παρά τους κινδύνους.
Η καθυστέρηση στην προώθηση του νομοσχεδίου για την ασφάλεια των οικοδομών καταγράφεται ήδη από το 2023, με τη Βουλή να αναμένει την επανακατάθεσή του μετά από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς. Σε επιστολή του στις 26 Σεπτεμβρίου 2024, ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Εσωτερικών, Άριστος Δαμιανού, ζητούσε άμεση ενημέρωση για την πορεία του, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα δημόσιας ασφάλειας και υγείας.
Παράλληλα, η μη προώθηση της νομοθεσίας φαίνεται να συνδέεται και με ιδιωτικά συμφέροντα, καθώς η απουσία υποχρεωτικών ελέγχων επιτρέπει τη χρήση και ενοικίαση κτηρίων χωρίς τις αναγκαίες και συχνά δαπανηρές συντηρήσεις.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον «Ωθέλλο». Αντίθετα, αναδεικνύει μια ευρύτερη παθογένεια. Πρόκειται για την απουσία μηχανισμών που να επιτρέπουν στις αρχές να παρεμβαίνουν έγκαιρα και αποτελεσματικά σε περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών. Οι ίδιες οι αρχές συχνά επικαλούνται «δεμένα χέρια» λόγω της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία δεν παρέχει επαρκή εργαλεία για επιβολή μέτρων, ειδικά σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ συνιδιοκτητών.
Πηγή: Sigmalive










