«Πόρτα» Ανωτάτου σε μετανάστη που ζητούσε να αφεθεί ελεύθερος
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση, για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, που καταχώρισε υπήκοος της Σιέρα Λεόνε, ο οποίος τελεί υπό κράτηση, με σκοπό την απέλασή του από την Κυπριακή Δημοκρατία, κρίνοντας ότι η διάρκεια της κράτησής του δεν υπερβαίνει τα εύλογα όρια και παραμένει νόμιμη.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό του αιτητή ότι η παρατεταμένη κράτησή του για σκοπούς απέλασης είχε καταστεί παράνομη λόγω της χρονικής διάρκειάς της και της, κατά τους ισχυρισμούς του, αδράνειας των αρμόδιων αρχών να προχωρήσουν στην απομάκρυνσή του από τη χώρα. Η πλευρά του αιτητή υποστήριξε ότι, παρά τα διάφορα διαδικαστικά βήματα που ο ίδιος ακολούθησε στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που του παρέχει η νομοθεσία, οι αρχές δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη ταχύτητα ώστε να ολοκληρωθεί η απέλασή του σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε νομικό κώλυμα.
Το ιστορικό της υπόθεσης καταδεικνύει ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία το 2015, συνελήφθη για παράνομη είσοδο και παραμονή και στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Μετά την απόρριψη των αιτημάτων ασύλου και των σχετικών προσφυγών, η διαδικασία απέλασής του ανεστάλη επανειλημμένα λόγω νέων ένδικων και διοικητικών μέτρων που ο ίδιος λάμβανε.
Παράλληλα, στο μεσοδιάστημα καταδικάστηκε από Κακουργιοδικείο σε οκταετή ποινή φυλάκισης για σοβαρά ποινικά αδικήματα. Μετά την αποφυλάκισή του τέθηκε εκ νέου υπό κράτηση για σκοπούς απέλασης και ακολούθησαν νέες αιτήσεις ασύλου και δικαστικές διαδικασίες.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το ένταλμα Habeas Corpus αποτελεί θεμελιώδες μέσο προστασίας της προσωπικής ελευθερίας και μπορεί να εκδοθεί μόνο όταν αποδειχθεί ότι η κράτηση είναι παράνομη ή αδικαιολόγητη.
Τόνισε επίσης ότι η κράτηση αλλοδαπού προς τον σκοπό της απέλασης δεν μπορεί να παρατείνεται επ’ αόριστον και πρέπει να συνδέεται με πραγματική και ενεργή προοπτική απομάκρυνσης από τη χώρα. Ωστόσο, η αξιολόγηση της διάρκειας της κράτησης δεν γίνεται αφηρημένα αλλά με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης.
Καθοριστικής σημασίας για την κρίση του Δικαστηρίου ήταν το γεγονός ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απέλασης συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με τις διαδοχικές διαδικασίες που κινήθηκαν από τον ίδιο τον αιτητή και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή της απομάκρυνσής του. Παράλληλα, έγινε αποδεκτό ότι ο αιτητής δεν συνεργαζόταν με τις αρμόδιες αρχές για την εξασφάλιση ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες επαναπατρισμού του.
Το Δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αιτητή περί υποβολής νέας αίτησης ασύλου, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της κράτησης και της επικείμενης απέλασης.
Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν ήδη εξασφαλίσει τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα και είχαν οργανώσει την επιχείρηση επαναπατρισμού του στη Σιέρα Λεόνε μέσω τρίτης χώρας, γεγονός που καταδείκνυε ότι ο σκοπός της απέλασης όχι μόνο δεν είχε εγκαταλειφθεί αλλά βρισκόταν σε στάδιο υλοποίησης.
Υπό το φως όλων των δεδομένων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει πως η διάρκεια της κράτησής του είχε καταστεί παράλογη ή παράνομη ούτε ότι οι αρχές είχαν επιδείξει αδράνεια ή είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια απέλασής του. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η κράτηση εξακολουθεί να είναι νόμιμη και απέρριψε την αίτηση χωρίς επιδίκαση εξόδων.
Πηγή: Sigmalive







