Γονείς στην Πάφο ζητούν δικαίωση για το παιδί τους 26 χρόνια μετά
Το Εφετείο άναψε το πράσινο φως για να προχωρήσει στην ουσία της μια από τις πλέον πολύχρονες δικαστικές διαμάχες που αφορούν ισχυρισμούς για ιατρική αμέλεια κατά τον τοκετό, απορρίπτοντας αιτήσεις που στόχευαν στον τερματισμό της διαδικασίας πριν ακόμη εξεταστούν οι λόγοι της έφεσης.
Η υπόθεση αφορά αγωγή που καταχωρίστηκε για περιστατικά τα οποία φέρονται να συνέβησαν κατά τη γέννηση παιδιού στην Πάφο τον Μάιο του 2000. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι κατά τη διαχείριση του τοκετού σημειώθηκαν παραλείψεις και καθυστερήσεις που οδήγησαν σε περιγεννητική ασφυξία και υποξική ισχαιμική εγκεφαλική βλάβη, με αποτέλεσμα το παιδί να υποστεί σοβαρή και μόνιμη αναπηρία, καθώς και σπαστική ημιπληγία. Με την αγωγή διεκδικήθηκαν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τόσο για τις επιπτώσεις που υπέστη το παιδί όσο και για τις συνέπειες που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των γονέων, είχαν οι ίδιοι εξαιτίας των γεγονότων εκείνης της περιόδου.
Το 2019 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απέρριψε την αγωγή. Παράλληλα, έκρινε ότι οι προσωπικές αξιώσεις των γονέων για αποζημιώσεις δεν μπορούσαν να εξεταστούν, καθώς η διαδικασία είχε κινηθεί υπό την ιδιότητά τους ως γονέων και προσώπων που ασκούσαν τη γονική μέριμνα και όχι ως αυτοτελών διαδίκων. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε τη βάση της μεταγενέστερης έφεσης, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου.
Οι εφεσίβλητοι επιχείρησαν να ανακόψουν την πορεία της έφεσης με δύο ξεχωριστές αιτήσεις, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία είναι δικονομικά ελαττωματική. Η βασική τους θέση ήταν ότι η έφεση καταχωρίστηκε στο όνομα των γονέων ως προσώπων που ασκούσαν τη γονική μέριμνα, παρότι το παιδί είχε ήδη ενηλικιωθεί. Επιπλέον, υποστήριξαν ότι δημιουργήθηκε σύγχυση ως προς το ποιοι ακριβώς είναι οι διάδικοι που προωθούν την έφεση, αφού στη συνέχεια καταχωρίστηκαν ξεχωριστά διοριστήρια δικηγόρων από τους γονείς και από το ίδιο το πρόσωπο που είχε πλέον ενηλικιωθεί. Κατά την επιχειρηματολογία τους, οι ενέργειες αυτές δημιουργούσαν ασάφεια ως προς την ταυτότητα των εφεσειόντων και καθιστούσαν την έφεση προβληματική ή ακόμη και άκυρη.
Το Εφετείο απέρριψε κατηγορηματικά αυτή τη θέση. Στην εκτενή απόφασή του υπενθύμισε ότι είχε ήδη εξετάσει παρόμοια ζητήματα στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας το 2025, όταν είχε ζητηθεί η τροποποίηση του τίτλου της έφεσης. Τότε είχε κρίνει ότι η έφεση, όπως ακριβώς είχε καταχωριστεί, περιλάμβανε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που απαιτούνται για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέτασή της. Ως εκ τούτου, οι νέοι ισχυρισμοί περί ακυρότητας ή «θνησιγενούς» έφεσης κρίθηκαν αστήρικτοι.
Σημαντικό μέρος της απόφασης αφιερώνεται στο ζήτημα της ενηλικίωσης του παιδιού και των συνεπειών που αυτή έχει στη δικαστική διαδικασία. Το Εφετείο εξήγησε ότι η ενηλικίωση δεν οδηγεί αυτομάτως σε κατάρρευση της διαδικασίας ούτε απαιτεί την έναρξη νέας υπόθεσης. Αντίθετα, σύμφωνα με πάγια δικονομική πρακτική που εφαρμόζεται επί δεκαετίες, όταν ένας ανήλικος διάδικος ενηλικιωθεί αποκτά αυτοδικαίως την ικανότητα να συνεχίσει τη διαδικασία στο δικό του όνομα. Η μεταβολή αυτή επέρχεται εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από τυπικές διατυπώσεις ή ειδικές τροποποιήσεις του τίτλου της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο ανέφερε ότι ακόμη και η παράλειψη ρητής αναφοράς στον τίτλο της έφεσης ότι ο αρχικά ανήλικος διάδικος έχει πλέον ενηλικιωθεί αποτελεί απλώς μια τυπική παράλειψη, η οποία δεν επηρεάζει την ουσία της διαδικασίας ούτε δημιουργεί πραγματική αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των εμπλεκομένων προσώπων. Κατά την κρίση του Εφετείου, οι διάδικοι και το αντικείμενο της διαφοράς παραμένουν απολύτως προσδιορισμένα.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί ασάφειας λόγω των διοριστηρίων δικηγόρων, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τέτοια έγγραφα αφορούν πρωτίστως τη σχέση μεταξύ διαδίκου και συνηγόρου και όχι την ουσία της διαφοράς. Υπογράμμισε μάλιστα ότι ακόμη και ελλείψεις ή παρατυπίες σε ζητήματα εκπροσώπησης θεωρούνται κατά κανόνα θεραπεύσιμες και δεν συνεπάγονται αυτομάτως ακυρότητα της διαδικασίας. Συνεπώς, η κατάθεση ξεχωριστών διοριστηρίων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι μεταβάλλει τους διαδίκους ή ότι εισάγει νέα πρόσωπα στη διαδικασία.
Το Εφετείο προχώρησε ακόμη περισσότερο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι οι γονείς δεν μπορούν να διεκδικήσουν προσωπικές αποζημιώσεις μέσω της έφεσης. Όπως τόνισε, το κατά πόσον διαθέτουν ή όχι τέτοιο δικαίωμα αποτελεί ακριβώς ένα από τα ζητήματα που θα κριθούν κατά την εκδίκαση της ίδιας της έφεσης. Αν το Δικαστήριο αποδεχόταν το αίτημα διαγραφής των σχετικών λόγων έφεσης στο παρόν στάδιο, θα κατέληγε ουσιαστικά να αποφασίσει εκ των προτέρων μέρος της υπόθεσης χωρίς να έχει ακούσει την ουσία της. Για τον λόγο αυτό έκρινε ότι τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να επιλυθούν μέσω προδικαστικών αιτήσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη φιλοσοφία των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι οι νέοι κανονισμοί επιδιώκουν αλλαγή νοοτροπίας στην απονομή της δικαιοσύνης, με έμφαση στην ουσιαστική εξέταση των διαφορών και όχι στην απόρριψη υποθέσεων για καθαρά τεχνικούς ή τυπικούς λόγους. Στο πλαίσιο αυτό επικαλέστηκε και πρόσφατη κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο πρωταρχικός σκοπός των νέων κανονισμών είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και όχι ο αποκλεισμός των διαδίκων από αυτήν.
Παράλληλα, το Δικαστήριο παρέπεμψε σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι ο υπέρμετρος τυπολατρισμός μπορεί να παραβιάσει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο όταν οι διαδικαστικοί κανόνες μετατρέπονται από εργαλείο απονομής δικαιοσύνης σε εμπόδιο που εμποδίζει την εξέταση της ουσίας μιας υπόθεσης. Σύμφωνα με την απόφαση, η απόρριψη μιας τόσο σοβαρής και μακροχρόνιας υπόθεσης ιατρικής αμέλειας για τους λόγους που προέβαλαν οι αιτητές θα ήταν αντίθετη τόσο προς τον πρωταρχικό σκοπό των νέων κανονισμών όσο και προς τις αρχές της δίκαιης δίκης.
Το Εφετείο απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι η έφεση είναι προδήλως αβάσιμη. Όπως σημειώνει, η υπόθεση δεν περιορίζεται σε ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας αλλά περιλαμβάνει και σημαντικά νομικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων ισχυρισμούς που σχετίζονται με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Η εξέταση τέτοιων ζητημάτων απαιτεί αναλυτική μελέτη των πρακτικών, του αποδεικτικού υλικού και της πρωτόδικης απόφασης και δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μιας συνοπτικής διαδικασίας.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν συντρέχει κανένας από τους εξαιρετικούς λόγους που προβλέπει η νομοθεσία για τη διαγραφή ή συνοπτική απόρριψη μιας έφεσης. Ως αποτέλεσμα, απέρριψε και τις δύο αιτήσεις, επιτρέποντας να συνεχιστεί κανονικά η εκδίκαση της πολύχρονης υπόθεσης ιατρικής αμέλειας. Παράλληλα, επιδίκασε έξοδα ύψους 4.800 ευρώ σε σχέση με κάθε μία από τις δύο αιτήσεις, συνολικά δηλαδή 9.600 ευρώ υπέρ των εφεσειόντων και σε βάρος των αιτητών.






