«Όχι» δικαστηρίου σε Ε/κ που έκλεψε 300 ευρώ σε κέρματα στη Λευκωσία
Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση κατηγορουμένου, επικυρώνοντας τη διαταγή κράτησής του μέχρι την επόμενη δικάσιμο, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται κανένα σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση.
Η υπόθεση αφορά κατηγορούμενο που ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες: διάρρηξη και είσοδο σε κατοικία με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, συγκεκριμένα κλοπής, καθώς και κλοπή περιουσίας συνολικής αξίας που περιλαμβάνει μετρητά, προσωπικά αντικείμενα και κλειδιά οχήματος. Συγκεκριμένα, φέρεται να έκλεψε από το συγκεκριμένο πρόσωπο κέρματα συνολικής αξίας €300, μια τσάντα αξίας €20 που περιείχε ένα ανδρικό άρωμα άγνωστης αξίας και τα κλειδιά ενός οχήματος άγνωστης αξίας. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες και εξέφρασε πρόθεση να αιτηθεί δωρεάν νομική αρωγή, με την υπόθεση να ορίζεται για τις 20 Απριλίου 2026 προς εξέταση του σχετικού αιτήματος.
Κατά το πρωτόδικο στάδιο, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτησή του, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας αλλά και επανάληψης αδικημάτων, στηριζόμενη τόσο στο μαρτυρικό υλικό όσο και στο εκτενές ποινικό του μητρώο. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε τα δεδομένα, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της κράτησης.
Ο κατηγορούμενος αντέδρασε καταχωρίζοντας έφεση, προβάλλοντας ως μοναδικό λόγο τον «υπερβολικό χρόνο κράτησης», ενώπιον του Εφετείου πρόσθεσε και τον ισχυρισμό περί αθωότητάς του. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπέδειξε ότι στο παρόν στάδιο δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης ούτε η ενοχή ή αθωότητα, αλλά αποκλειστικά η νομιμότητα της κράτησης. Υπενθύμισε μάλιστα ότι αρκεί, για τους σκοπούς αυτούς, η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως μαρτυρίας που να υποδεικνύει πιθανότητα καταδίκης — στοιχείο που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει.
Καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της έφεσης ήταν η διαπίστωση ότι αυτή ήταν νομικά ελλιπής. Όπως επισημάνθηκε, η νομοθεσία απαιτεί σαφή και πλήρη έκθεση των λόγων έφεσης, με συγκεκριμένο προσδιορισμό του αποδιδόμενου σφάλματος και της αιτιολογίας του. Η απλή αναφορά σε «υπερβολικό χρόνο κράτησης», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο να εντοπίσει ποιο ακριβώς σφάλμα αποδιδόταν στην πρωτόδικη απόφαση.
Παρά το γεγονός ότι ο εφεσείων ενήργησε χωρίς νομική εκπροσώπηση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν θεραπεύει την έλλειψη συγκεκριμένων λόγων έφεσης. Εξέτασε αυτεπαγγέλτως την πρωτόδικη απόφαση, όπως του επιτρέπει η νομοθεσία σε περιπτώσεις πιθανής πλημμελούς απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς όμως να εντοπίσει οποιαδήποτε πλημμέλεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ζήτημα της διάρκειας κράτησης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρόνος μέχρι την επόμενη δικάσιμο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολικός, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκκρεμεί αίτηση για δωρεάν νομική αρωγή, απαιτείται έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, ενώ μεσολαβούν και οι αργίες του Πάσχα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν υφίσταται κανένα περιθώριο παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση. Η έφεση απορρίφθηκε ως ατελής και αβάσιμη, με τη διαταγή κράτησης να παραμένει σε ισχύ.










