Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Νομικό «χαστούκι» στον οδηγό που παρέσυρε στον θάνατο την Ανδρούλα
Νομικό «χαστούκι» στον οδηγό που παρέσυρε στον θάνατο την Ανδρούλα

Νομικό «χαστούκι» στον οδηγό που παρέσυρε στον θάνατο την Ανδρούλα

Επικυρώθηκε η ποινή στον οδηγό (εφεσείων), ο οποίος παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την Ανδρούλα Παπαχριστοφόρου στην Πάφο στις 19.12.21.

Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, ο οδηγός αντιμετώπιζε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και την κατηγορία της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας.

Τις κατηγορίες αυτές, ο οδηγός δεν παραδέχτηκε. Παραδέχτηκε, όμως, άλλες τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν οδήγηση χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και ενώ το όχημα ήταν σε κατάσταση που ενδέχετο να προκαλέσει κίνδυνο σε άλλο πρόσωπο.

Τελικά, στον οδηγό επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών στην πρώτη κατηγορία και 3 ετών στην τρίτη κατηγορία, ενώ σε κάθε μία από τις τέσσερεις κατηγορίες τις οποίες είχε παραδεχτεί, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Διατάχθηκε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν.

Εντούτοις, άσκησε έφεση, προσβάλλοντας τόσο την καταδίκη του, όσο και την ποινή που του επιβλήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Έντεκα λόγοι έφεσης αφορούσαν την καταδίκη και ένας λόγος έφεσης την ποινή.

Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, «η Ανδρούλα Παπαχριστοφόρου έχοντας στο κεφάλι της ένα μαύρο σακάκι το οποίο κρατούσε με τα χέρια της, προσπάθησε να διασταυρώσει τον δρόμο. Στην προσπάθεια της αυτή, χτυπήθηκε από άγνωστο όχημα και έπεσε στο έδαφος.

Ενώ βρισκόταν καθήμενη προσπαθώντας να μετακινηθεί από τον δρόμο, αντιλήφθηκε άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν, σήκωσε το χέρι της κάνοντας κινήσεις και το αυτοκίνητο, το οποίο οδηγείτο από τον καταδικασθέντα, την κτύπησε και την παρέσυρε κάποια απόσταση πιο κάτω.

Ο οδηγός σταμάτησε το αυτοκίνητο, κατέβηκε, εισήλθε στο προαύλιο του περιπτέρου όπου υπήρχαν άτομα τα οποία κρατούσαν το κεφάλι τους, συνομίλησε με κάποιον από αυτούς, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του και εισήλθε σε αυτό. Ο οδηγός προσπάθησε να κινηθεί με πρόσθια ταχύτητα, κινήθηκε με όπισθεν, οπόταν και απεγκλωβίστηκε το θύμα, αποσυνδέθηκε ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου και οδηγώντας προσπέρασε το θύμα και έφυγε από τη σκηνή.

Αναφέρεται, επίσης, ότι κατά την πρώτη σύγκρουση του οχήματος του οδηγού με το θύμα αλλά και όταν κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα και το θύμα απεγκλωβίστηκε και φάνηκε να κείτεται στον δρόμο, βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του οχήματος του οδηγού».

Στη συνέχεια, ειδοποιήθηκε από παρευρισκόμενους η Αστυνομία και ασθενοφόρο. Στο σημείο όπου βρισκόταν το θύμα και μετά όπου απεγκλωβίστηκε από το δεύτερο όχημα, είχε τις αισθήσεις της. Στο Νοσοκομείο έλεγε ότι πονούσε αλλά δεν είχε κάποια επικοινωνία με τον γιο της. Το θύμα υπέκυψε στα τραύματα λίγες ώρες αργότερα το ίδιο βράδυ.

Μάρτυρας από το σημείο που βρισκόταν πίσω από το περίπτερο και εντός του οχήματός του, είχε δει το θύμα που κτυπήθηκε από το πρώτο όχημα και έσπευσε να την βοηθήσει. Στην προσπάθειά του να την προσεγγίσει είδε το δεύτερο όχημα να κτυπά και να παρασέρνει το θύμα και κινήθηκε προς την είσοδο του περιπτέρου όπου και προσεγγίστηκε από τον οδηγό του δεύτερου οχήματος, ο οποίος κάτι του είπε στα Ελληνικά, χωρίς να έχει καταλάβει.

Από το πρώτο κτύπημα με το άγνωστο όχημα, το θύμα τραυματίστηκε στο δεξί κάτω άκρο και πιθανόν στην δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα από το καθρεφτάκι του οχήματος, του οποίου μέρος ανευρέθηκε στη σκηνή. Τα τραύματα αυτά, αντιμετωπίστηκαν με την μεταφορά του θύματος στο Νοσοκομείο και η σοβαρότητά τους δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο. Τα υπόλοιπα τραύματα προκλήθηκαν στο θύμα από το δεύτερο όχημα και συγκεκριμένα από το κτύπημα του θύματος με το όχημα, την παράσυρση του ενώ βρισκόταν κάτω από το όχημα και από την κίνηση του οδηγού με ταχύτητα μπροστά και πίσω μέχρι τον απεγκλωβισμό.

Ο θάνατος του θύματος οφείλεται σε αιμορραγικό σοκ – πολυτραυματισμό, ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Τα σοβαρότερα τραύματα τα οποία προκάλεσαν την αιμορραγία η οποία οδήγησε στον θάνατο, είναι τα πολλαπλά κατάγματα σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του θώρακα τα οποία προκάλεσαν ρήξεις του αριστερού πνεύμονα και το κάταγμα του μέσου εγκεφαλικού βόθρου αριστερά και δεξιά.

Τα ως άνω τραύματα προκληθήκαν από το δεύτερο όχημα και σε συνδυασμό με το κτύπημα του θύματος, την παράσυρσή του αλλά και την αντίστροφη κίνηση στην οποία υπεβλήθηκε ευρισκόμενο κάτω από το όχημα το οποίο κινήθηκε προς τα εμπρός και στη συνέχεια με όπισθεν.

Σύμφωνα πάντα με την απόφαση του Εφετείου, ο οδηγός όταν εντοπίστηκε και ενημερώθηκε για την υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία, είπε ψέματα ότι δεν οδήγησε το όχημα και το είχε εκεί καμιά δεκαριά ημέρες για να το αγοράσει.

Σημειώνεται επίσης ότι «κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο καιρός ήταν βροχερός, ο δρόμος επί του οποίου οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν ευθύς, πλάτους 12,20 μέτρα και διπλής κατεύθυνσης. Ο οδηγός οδηγώντας το όχημα του επί της οδού Πριάμου και προτού κτυπήσει το θύμα θα μπορούσε να είχε δει ότι βρισκόταν ένας όγκος εντός του δρόμου και στην πορεία που κινείτο.

Το θύμα προτού κτυπηθεί από τον κατηγορούμενο, βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του οχήματός του και η παρουσία της στο εν λόγω σημείο δεν εμποδιζόταν από τα οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα στην αριστερή πλευρά της πορείας του οδηγού. Ο οδηγός χωρίς να σταματήσει, παρέσυρε το θύμα για κάποια απόσταση μέχρι που σταμάτησε.

Ο κατηγορούμενος τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, είπε κάτι στον μάρτυρα, ο οποίος κρατούσε το κεφάλι του, και επέστρεψε στο όχημά του, προσπάθησε να κινηθεί με μπροστινή ταχύτητα και χωρίς να τα καταφέρει, κινήθηκε με όπισθεν για κάποια απόσταση. Με την πισινή ταχύτητα, το θύμα απεγκλωβίστηκε και ενώ βρισκόταν στην εμβέλεια των φώτων του οχήματος του, ο κατηγορούμενος κινήθηκε με πλάγια προς το θύμα κατεύθυνση, αποφεύγοντας το και έφυγε από τη σκηνή».

Το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση, επικυρώνοντας πλήρως τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο, κρίνοντας ότι κανένας από τους έντεκα λόγους έφεσης δεν ανέτρεπε τη νομική και πραγματική θεμελίωση της πρωτόδικης απόφασης.

Σε ό,τι αφορά τον πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης, με τους οποίους η υπεράσπιση επιχείρησε να αμφισβητήσει την αξιολόγηση κρίσιμης μαρτυρίας και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το Εφετείο υπενθύμισε τις πάγιες και διαχρονικές αρχές που περιορίζουν την επέμβασή του στα ευρήματα αξιοπιστίας.

Τόνισε ότι το Κακουργιοδικείο όχι μόνο δεν ενήργησε αυθαίρετα ή αντιφατικά, αλλά αντίθετα ανέλυσε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια το ζήτημα της ορατότητας του εφεσείοντα κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας, τις διαφορετικές τοποθετήσεις των μαρτύρων, καθώς και το οπτικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του.

Η πρωτόδικη κρίση ότι το θύμα βρισκόταν εντός της εμβέλειας των προβολέων του οχήματος και ότι η ορατότητα δεν παρεμποδιζόταν ουσιωδώς από εξωτερικούς παράγοντες χαρακτηρίστηκε ως απολύτως εύλογη και σύμφωνη με τη λογική και τα αποδεικτικά δεδομένα. Τυχόν λεκτικές ανακρίβειες ή δευτερεύουσες αστοχίες επισημάνθηκε ότι δεν αλλοίωναν τον πυρήνα της απόφασης ούτε επηρέασαν την ουσιαστική κρίση περί ενοχής.

Αντίστοιχη ήταν και η αντιμετώπιση του τρίτου λόγου έφεσης, που στρεφόταν κατά της αποδοχής της μαρτυρίας του ιατροδικαστή. Το Εφετείο επεσήμανε ότι ο λόγος αυτός προβαλλόταν με γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς σαφή και επαρκή αιτιολόγηση.

Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε ότι το Κακουργιοδικείο εξέτασε διεξοδικά τη συγκεκριμένη μαρτυρία, αναγνώρισε τους τραυματισμούς που υπέστη το θύμα τόσο από την αρχική σύγκρουση όσο και από τη μεταγενέστερη παράσυρσή του και κατέληξε με ασφάλεια στο κρίσιμο συμπέρασμα για τα θανατηφόρα αίτια. Δεν διαπιστώθηκε καμία ανακολουθία ή αποδεικτικό κενό που να δικαιολογεί επέμβαση του Εφετείου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε το Εφετείο στην απόρριψη του τέταρτου λόγου έφεσης, με τον οποίο αμφισβητούνταν η στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας. Παραθέτοντας εκτενώς το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο υπογράμμισε ότι το Κακουργιοδικείο εφάρμοσε ορθά τη νομολογία και τη διάκριση μεταξύ των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, τεκμηριώνοντας ότι η συμπεριφορά του εφεσείοντα συνιστούσε υπαίτια αμέλεια αυξημένης βαρύτητας.

Η αλυσιδωτή και κλιμακούμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι την εγκατάλειψη της σκηνής, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου για ανθρώπινη ζωή, κρίθηκε ότι στοιχειοθετούσε πλήρως το αδίκημα. Το επιχείρημα ότι ο εφεσείων δεν είχε αντιληφθεί ότι επρόκειτο για άνθρωπο αποδομήθηκε με αναφορά στη λογική και την ανθρώπινη εμπειρία, καθώς και στα πραγματικά περιστατικά που κατέδειξαν γνώση ή, τουλάχιστον, αποδοχή ενός προφανούς και προβλέψιμου κινδύνου.

Αβάσιμοι κρίθηκαν, επίσης, οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν την ενοχή σε επιμέρους κατηγορίες, την απόρριψη της ανώμοτης δήλωσης του εφεσείοντα και την αποδοχή ότι αυτός προέβη σε ψευδή ισχυρισμό προς την Αστυνομία. Το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο αντιπαρέβαλε με επάρκεια τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης με την αποδεκτή μαρτυρία και κατέληξε σε επιτρεπτά συμπεράσματα, χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε νομική ή αποδεικτική πλάνη.

Ως φυσικό επακόλουθο της απόρριψης όλων των επιμέρους λόγων, απορρίφθηκε και ο συμπερασματικός λόγος που χαρακτήριζε την καταδικαστική απόφαση ως ακροσφαλή. Το Εφετείο σημείωσε ότι η συνολική εικόνα της πρωτόδικης απόφασης αναδεικνύει συνεκτική συλλογιστική, επαρκή αιτιολογία και πιστή εφαρμογή των αρχών του ποινικού δικαίου.

Τέλος, απορρίφθηκε και ο λόγος έφεσης που αφορούσε την ποινή. Το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης έξι ετών για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας δεν ήταν ούτε έκδηλα υπερβολική ούτε εκτός των επιτρεπτών πλαισίων.

Αντίθετα, επισημάνθηκε ότι το Κακουργιοδικείο στάθμισε με ισορροπία τη σοβαρότητα του αδικήματος, την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ζωής και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις και τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα στον βαθμό που ήταν επιτρεπτό.

Με βάση όλα τα πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση, τόσο ως προς την ενοχή όσο και ως προς την επιβληθείσα ποινή.

Send this to a friend