Υπουργείο Γεωργίας: Καμία αρνητική επίπτωση για την Κύπρο από τη Mercosur
Καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας Ανδρέας Γεωργίου, αναφορικά με τις επιπτώσεις της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur, μιλώντας στην εκπομπή Πρωτοσέλιδο και απαντώντας στις αντιδράσεις που εκδηλώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Όπως ανέφερε, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας συνεδρίασε προχθές, δίνοντας την ευκαιρία στο Υπουργείο να παρουσιάσει αναλυτικά τις ενέργειες που έχουν γίνει για την προστασία των συμφερόντων των Κυπρίων γεωργών και του πρωτογενούς τομέα. Υπενθύμισε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία βρίσκεται υπό συζήτηση εδώ και 25 έως 27 χρόνια και αφορά μια ευρεία εμπορική και εταιρική συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη.
Σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου, πρόκειται για μια αγορά περίπου 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει αξιολογήσει, μετά από μακρόχρονη διαπραγμάτευση, ότι η συμφωνία μπορεί να αποβεί προς όφελος τόσο της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Τόνισε, ωστόσο, ότι βασική προϋπόθεση παραμένει η διασφάλιση των συμφερόντων των παραγωγών και των καταναλωτών.
Εστιάζοντας στον πρωτογενή τομέα, ο Γενικός Διευθυντής σημείωσε ότι ήδη υφίστανται εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τις συγκεκριμένες χώρες, με την Κύπρο να παρουσιάζει εμπορικό έλλειμμα, καθώς εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει. Όπως εξήγησε, η μείωση των δασμών εκατέρωθεν ενδέχεται να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για επιχειρήσεις, κυρίως στον βιομηχανικό και τον τομέα υπηρεσιών.
Παρά τις ανησυχίες που διατυπώνονται, η αξιολόγηση του Υπουργείου είναι ότι δεν αναμένονται σοβαρά προβλήματα για τον κυπριακό πρωτογενή τομέα, καθώς οι χώρες της Mercosur βρίσκονται στο νότιο ημισφαίριο και δεν διαθέτουν προϊόντα την ίδια περίοδο με την κυπριακή παραγωγή. Αναφορικά με ζητήματα δημόσιας υγείας και ασφάλειας τροφίμων, υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει αυστηρούς ελέγχους σε όλα τα εισαγόμενα γεωργικά προϊόντα από τρίτες χώρες, διασφαλίζοντας την προστασία των καταναλωτών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα αντισταθμιστικά μέτρα που εξασφαλίστηκαν, σημειώνοντας ότι προβλέπεται χρηματοδότηση ύψους περίπου 45 εκατομμυρίων ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2028–2032, η οποία θα αξιοποιηθεί για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, έχουν θεσπιστεί μηχανισμοί ελέγχου και παρακολούθησης της αγοράς, με τακτικές εκθέσεις και δυνατότητα διορθωτικών παρεμβάσεων, εφόσον διαπιστωθούν στρεβλώσεις.
Σε ό,τι αφορά το χαλούμι, ο κ. Γεωργίου υπενθύμισε ότι ο κατάλογος των προϊόντων προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης και γεωγραφικής ένδειξης στο πλαίσιο της συμφωνίας οριστικοποιήθηκε το 2019, πριν από την κατοχύρωση του χαλουμιού ως προϊόντος προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης τον Απρίλιο του 2021. Ωστόσο, όπως διαβεβαίωσε, έχει διασφαλιστεί ότι ο κατάλογος αυτός θα αναθεωρείται και η Κύπρος θα επανέλθει διεκδικώντας την ένταξη του χαλουμιού.
Αναγνωρίζοντας ότι σε κάποιο βαθμό οι αντιδράσεις ευρωπαίων γεωργών είναι κατανοητές, επισήμανε πως χώρες όπως η Γαλλία και κράτη της Κεντρικής Ευρώπης εκφράζουν εντονότερες ανησυχίες. Παρ’ όλα αυτά, κατέληξε διαβεβαιώνοντας ότι, βάσει της συνολικής αξιολόγησης, δεν αναμένονται αρνητικές επιπτώσεις ούτε για την κυπριακή οικονομία ούτε για τον πρωτογενή τομέα, προσθέτοντας ότι η μείωση των δασμών σε εισαγόμενες ζωοτροφές από τη Λατινική Αμερική ενδέχεται να οδηγήσει και σε χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Πηγή: Sigmalive










