Διευθυντές εταιρείας έκλεψαν νεκρό άντρα και τους κληρονόμους του στο Πισσούρι
Με ποινές άμεσης φυλάκισης για δύο φυσικά πρόσωπα και χρηματικό πρόστιμο για εταιρεία ολοκληρώθηκε η εκδίκαση, σε δεύτερο βαθμό, υπόθεσης κλοπής χρηματικού ποσού άνω των 41 χιλιάδων ευρώ, που συνδέεται με την πώληση κατοικίας στο Πισσούρι και τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντος αλλοδαπού ιδιοκτήτη.
Το Εφετείο έκρινε ένοχους κατ’ έφεση την εφεσίβλητη εταιρεία και τους δύο διευθυντές της για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 259 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Οι δύο φυσικοί αυτουργοί καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών έκαστος, χωρίς αναστολή, ενώ στην εταιρεία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ.
Η υπόθεση αφορούσε κατοικία στο Πισσούρι, την οποία είχε αγοράσει πριν από τον θάνατό του, τον Μάρτιο του 2011, ο Gerhard Wolfgang Arnold Ewert. Παρότι το πλήρες τίμημα είχε καταβληθεί, η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας δεν ολοκληρώθηκε στο όνομά του. Μετά τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του εξουσιοδότησαν έναν εκ των διευθυντών της εφεσίβλητης εταιρείας να προχωρήσει σε ακύρωση της αρχικής συμφωνίας και σε πώληση της κατοικίας σε τρίτους.
Η συμφωνία προέβλεπε ότι το ακίνητο θα πωλείτο έναντι 50.000 ευρώ, από τα οποία, αφού αφαιρούνταν φόροι και οφειλές, το καθαρό ποσό θα καταβαλλόταν ισομερώς στους δύο κληρονόμους. Το ποσό εισπράχθηκε κανονικά από την εταιρεία, κατατέθηκε στον τραπεζικό της λογαριασμό και ο ένας εκ των διευθυντών ενημέρωσε τους κληρονόμους ότι θα τους αποδιδόταν εντός του καλοκαιριού του 2016.
Ωστόσο, το έμβασμα ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Αντιθέτως, μεταξύ Αυγούστου και τέλους του ίδιου μήνα, σχεδόν ολόκληρο το ποσό αναλήφθηκε σε μετρητά από τον εταιρικό λογαριασμό, κυρίως από τον έναν εκ των δύο διευθυντών. Μέχρι το τέλος του 2016 ο λογαριασμός είχε πρακτικά μηδενιστεί, ενώ ακολούθως η εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση.
Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή, επισημαίνοντας ότι οι εφεσίβλητοι παρέλαβαν τα χρήματα ρητά και συγκεκριμένα ως πληρεξούσιοι των κληρονόμων και με σαφή υποχρέωση να τα αποδώσουν. Αντί αυτού, εκμεταλλεύθηκαν τη θέση τους στην εταιρεία και ιδιοποιήθηκαν το ποσό για ίδιον όφελος. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι, παρά την πάροδο σχεδόν δέκα ετών και τις επανειλημμένες υποσχέσεις, δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα ούτε μέρος του κλαπέντος ποσού, γεγονός που, κατά το Εφετείο, καταδεικνύει απουσία έμπρακτης μεταμέλειας.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των δύο καταδικασθέντων, την ηλικία τους –62 και 64 ετών– καθώς και προβλήματα υγείας που επικαλέστηκε ο ένας εξ αυτών. Ωστόσο, κρίθηκε ότι τα ζητήματα υγείας δεν συνιστούν εξαιρετικές περιστάσεις που να αποκλείουν την επιβολή φυλάκισης, ιδίως σε αδίκημα που απαιτεί αποτρεπτική αντιμετώπιση. Αντιθέτως, σημειώθηκε ότι οι αναλήψεις έγιναν κατά κύριο λόγο από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, γεγονός που ενίσχυσε την ευθύνη του.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ως ελαφρυντικό παράγοντα το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να το θεωρήσει ικανό να οδηγήσει σε χρηματική ποινή ή σε αναστολή. Όπως επισημάνθηκε, τυχόν αναστολή της ήδη επιεικούς ποινής θα αποδυνάμωνε το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.
Σε ό,τι αφορά την εταιρεία, το Εφετείο υπογράμμισε ότι φέρει αυτοτελή και σοβαρή ευθύνη ως νομικό πρόσωπο και αυτουργός του αδικήματος, ανεξάρτητα από την ευθύνη των διευθυντών της, κρίνοντας αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, έστω και χρηματικής.
Τέλος, το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του εφεσείοντος, και εις βάρος της εταιρείας, το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων πρωτοβάθμια και κατ’ έφεση, ενώ σε σχέση με τους δύο καταδικασθέντες σε φυλάκιση δεν εκδόθηκε διάταγμα για έξοδα, λόγω της άμεσης εκτέλεσης της ποινής.
Πηγή: Sigmalive









