Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Οικονόμου*, Δρ. Θεολογίας
Ακόμα δύο επισκέπτες, νεαροί στην ηλικία, προσήλθαν την Κυριακή 30 Νοεμβρίου, ημέρα που η εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο μαθητή του Κυρίου, νωρίς νωρίς πριν ξεκινήσει ο Όρθρος, στην εκκλησία του Αγίου Θωμά στο Τσέρι Χιλλ εκφράζοντας ζωηρό ενδιαφέρον για την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και αναζητώντας μία βαθύτερη σχέση με την εκκλησία.
Από την αρχή του έτους ο αριθμός αυτών των αναζητούντων την αλήθεια επισκεπτών του ναού μας ανέρχεται στους δεκαπέντε. Ενώ, σχεδόν όλοι, απαντούν στο ερώτημα ως προς το κίνητρο που τους οδήγησε μέχρι την πόρτα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι έκαναν εκτεταμένη αναζήτηση στο διαδίκτυο αναζητώντας τις ρίζες της χριστιανικής εκκλησίας, καθώς επιθυμούν μία γνησιότερη σύνδεση με τη χριστιανική τους πίστη. Τη σύνδεση αυτή δεν κατάφεραν να βρουν έως τώρα στην χριστιανική ομολογία, στην οποία ανήκουν, και επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για την Ορθοδοξία, ελπίζοντας να βρουν στην Ορθόδοξη παράδοση αυτό που αναζητά η καρδιά τους.
Η τάση αυτή αποτελεί αναμφίβολα μία μεγάλη ευλογία, μία ζωηρή πρόκληση αλλά και ενδεχομένως να κυοφορεί σοβαρούς κινδύνους. Το θέμα έχει ήδη παρουσιαστεί και αναλυθεί επί μέρους το τελευταίο διάστημα σε μία πυκνή αρθρογραφία και επίσης επί του θέματος κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «εν πλω» το εξαιρετικό βιβλίο της Πέλης Γαλίτη – Κυρβασίλη «εκείνο που έψαχνα να βρω», το οποίο παρουσιάζει θαυμάσια και πολύπλευρα την τάση αυτή.
Στο παρόν κείμενο επιθυμούμε περισσότερο να εστιάσουμε την προσοχή μας στον ρόλο του διαδικτύου ως ενός ιδιόμορφου και μάλλον απρόσωπου ιεραποστόλου, που επωμίζεται αίφνης ένα βαρυσήμαντο έργο, αποστολικό και ευαγγελικό, χωρίς να υπάρχει κανένας σχετικός έλεγχος, υπευθυνότητα, λογοδοσία. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανεξέλεγκτης κατάστασης αποτελούν οι αναρίθμητες ομάδες και συνομιλίες στα κοινωνικά δίκτυα του τύπου: «Ρώτησε για την Ορθόδοξη Πίστη», όπου ο καθένας γράφει τη γνώμη του σχολιάζοντας ερωτήματα και δίνει τις δικές του απαντήσεις, με αποτέλεσμα μία γενική – όχι απαραίτητα κακοπροαίρετη – αυθαιρεσία και βέβαια μία σύγχυση δίχως τελειωμό.
Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά βέβαια μόνο τους ετεροδόξους ή γενικότερα όσους ενδιαφέρονται για τη χριστιανική πίστη αλλά κυρίως και προ πάντων τους ίδιους τους Ορθοδόξους. Βαπτισμένοι πιστοί, οι οποίοι δεν κατηχήθηκαν ποτέ συστηματικά, δεν μαθήτευσαν ούτε γνώρισαν το περιεχόμενο και την ουσία της πίστης τους, δεν έχουν μελετήσει επαρκώς τις πηγές, αναζητούν απαντήσεις σε αμφιβόλου περιεχομένου ιστοσελίδες και εσχάτως στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι ίδιοι στη συνέχεια οργώνοντας τα πληκτρολόγια εμφανίζονται σε οθόνες αγνώστων και άγνωστοι οι ίδιοι ως ομολογητές, απολογητές, υπερασπιστές μιας πίστης, την οποία όμως δεν βίωσαν, δεν μελέτησαν, δεν γνώρισαν, δεν αγάπησαν αληθινά. Το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από τις προθέσεις τους. Παρουσιάζουν μια Ορθοδοξία απωθητική, μισαλλόδοξη, απόλυτη, σκληρή. Και αυτό είναι φυσικό, καθώς τίποτα από τα γραφόμενά τους δεν θεμελιώνεται στο ευαγγέλιο και την αγιοπατερική παράδοση αλλά σε άναρθρες διαδικτυακές κραυγές και αμφιβόλου προέλευσης πηγές.
Είναι λοιπόν κακό το διαδίκτυο; Προς Θεού όχι. Μπορεί να γίνει στα αλήθεια εργαλείο διάδοσης του ευαγγελίου. Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να έχει οπωσδήποτε εκκλησιολογική αναφορά και εκκλησιαστική διάσταση με συγκεκριμένα και σαφή όρια.
Ιδανικά θα έπρεπε να υπάρχει πρόσβαση σε πληροφορίες μόνο μέσω της ενορίας και μόνο προς ενορίτες, κάτι που τεχνικά είναι πολύ εύκολο να πραγματοποιηθεί με συνδρομητικού τύπου ηλεκτρονικές υπηρεσίες. Διαφορετικά, και με τη γενική ανεξέλεγκτη πρόσβαση, που υπάρχει στο άφθονο θεολογικό υλικό, τελούνται αδιάλειπτα – συνειδητά ή όχι – παρ’ενορία πράξεις, οι οποίες παραβαίνουν σαφώς τον δεύτερο κανόνα της Β΄Οικουμενικής Συνόδου και πολλούς ακόμα ιερούς κανόνες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος, αποτελεί η όχι σπάνια αντιλογία εξομολογουμένων στον πνευματικό πατέρα, που τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης, αναφέροντας διδαχές διαδικτυακών καθοδηγητών – τύπου γκουρού – που υποστηρίζουν κάτι διαφορετικό από αυτό που μόλις άκουσαν. Όμως η εξομολόγηση δεν είναι συμβουλευτική πράξη τύπου συνεδρίας, είναι ιερό μυστήριο, όπου ο πνευματικός, ο οποίος έλαβε την ειδική προς τούτο ευλογία από τον επίσκοπο, με ποιμαντική διάκριση και αγάπη, ζητώντας τη φώτιση του Θεού και μέσα στα πλαίσια του ιερού μυστηρίου όπου ενεργεί η Χάρις του Θεού, καλείται να φανερώσει το έλεος του Θεού και να βοηθήσει τον εξομολογούμενο να οδηγηθεί διά της μετανοίας στη σωτηρία.
Σε τέτοιες ιερές στιγμές αποκαλύπτεται η ζημιά του διαδικτύου. «Όμως ο πάτερ τάδε λέει έτσι», «ο τάδε γέροντας τα λέει διαφορετικά»… και με τον τρόπο αυτό ο λεγόμενος «πρώτος λόγος του πνευματικού», όπως πολύ όμορφα τον ερμηνεύει ο Όσιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ, δίνει τη θέση του σε απόψεις προσώπων, συνήθως κληρικών, που επηρεάζουν την σκέψη των ανθρώπων μέσα από μία άχαρη και απρόσωπη διαδικασία.
Ανάμεσά τους υπάρχουν λόγοι πραγματικά φωτισμένοι και χαριτωμένοι, αληθινά ωφέλιμοι. Υπάρχουν όμως και λόγια ανόητα, που μέσα από την καύχηση μιας δήθεν προνομιακής καθαρότητας φανατίζουν τους ανθρώπους και τους στρέφουν εναντίον των πατέρων τους, των ιερέων τους, των επισκόπων, αρχιεπισκόπων, πατριαρχών. Θεωρούν εαυτούς ανωτέρους, πνευματικοτέρους, αγιοτέρους των πατέρων τους και θεωρούν εαυτούς σωτήρες της Ορθοδοξίας.
Δεν θα ήταν λάθος να αναζητηθεί ψυχιατρικό υπόβαθρο σε αυτές τις τάσεις. Όμως η εντολή του Θεού είναι σαφής: «τίμα τον πατέρα σου». Και θα συμφωνήσουμε ότι δεν υπάρχει αλάθητο και ο πατέρας μας μπορεί να έκανε λάθος. Πως αντιδρούμε εμείς ως τέκνα στην περίπτωση αυτή; Διασύροντας, υβρίζοντας, καταρώμενοι;
Είναι τραγικό και απολύτως λυπηρό να διαβάζει κανείς στο διαδίκτυο σχόλια υποτίθεται Ορθοδόξων πιστών, οι οποίοι όχι απλώς διαφωνούν ή κρίνουν τις θεολογικές θέσεις των πατέρων τους αλλά τους απειλούν, εκστομίζουν βαρύτατες κουβέντες, υβρίζουν χυδαία, καταδικάζουν ως αιρετικούς, που είναι η βαρύτερη κατηγορία για έναν κληρικό. Αν ήταν όντως αιρετικοί οι πατέρες τους, τότε και οι ίδιοι είναι αιρετικοί, καθώς από εκείνους έλαβαν τα ιερά μυστήρια. Αν είναι αιρετικοί οι πατέρες τους, τότε οι ίδιοι είναι αβάπτιστοι, μοιχοί, ανεξομολόγητοι, ακοινώνητοι και θα πρέπει να αναζητήσουν αλλού την εγκυρότητα των μυστηρίων, που άλλοτε έλαβαν από εκείνους.
Η ζημιά του διαδικτύου προς την κατεύθυνση αυτή είναι πραγματικά ανυπολόγιστη. Η απάντηση και η λύση στο πρόβλημα αυτό είναι η πνευματική οικοδομή της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης με σαφή εκκλησιαστική αναφορά. Με προσωπική σχέση με τον ιερέα της ενορίας, και αναφορά στον επίσκοπο, την αρχιεπισκοπή και υπακοή με αγάπη και χαρά στις ιερές συνοδικές αποφάσεις.
Με ειλικρινή ταπείνωση. Χωρίς να τοποθετούμε εωσφορικά τον εαυτό μας πάνω από όλους τους άλλους. Είναι εντυπωσιακή – αρνητικά – η ευκολία με την οποία άνθρωποι με λιγοστές ή ανύπαρκτες θεολογικές γνώσεις, στηριγμένοι σε μια ιντερνετική «ορθοδοξία», στρέφονται με μίσος, φανατισμό και απύθμενη σκληρότητα εναντίον των κληρικών τους ονομάζοντάς τους προδότες και κρατώντας οι ίδιοι για τον εαυτό τους τον τίτλο των ομολογητών. Με συγχωρείτε αλλά αυτοί οι αδελφοί μας δεν είναι ομολογητές. Είναι στα όρια της αίρεσης. Αποκόπτονται από το σώμα της εκκλησίας και οραματίζονται μια εκκλησία μόνο από «καθαρούς» και απομακρύνοντας όσους δεν είναι ώσπερ εκείνοι ως μειοδότες της πίστης.
Όμως η πίστη μας, χωρίς καμία μειοδοσία, χωρίς καμία απομάκρυνση από την Αγία Γραφή και την ιερή παράδοση, είναι μια πίστη θεμελιωμένη στο έλεος και την αγάπη. Η αγωνία του Χριστού μας στον κήπο της Γεθσημανή, λίγο πριν το Πάθος, ήταν να παραμείνουν οι μαθητές Του ενωμένοι στο πρότυπο της ενότητας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Σε κάθε Θεία Λειτουργία προσευχόμαστε υπέρ της των πάντων ενώσεως. Είναι δυνατόν να απεχθανόμαστε άλλους ανθρώπους, επειδή ανήκουν σε άλλα χριστιανικά δόγματα; Πως θα τους υποδεχθούμε με αγάπη, όταν χτυπήσουν την πόρτα της εκκλησίας μας, σαν τους δύο νεαρούς, που ήρθαν την Κυριακή στην εκκλησία μας; Διανοείστε να τους διώχναμε εξ αρχής απορρίπτοντάς τους ως αιρετικούς; Μήπως ο Χριστός μας έδιωξε την Χαναναία, επειδή ήταν ειδωλολάτρισσα; Μήπως καταράστηκε τη Σαμαρείτισσα, επειδή ήταν αιρετική;
Κάθε φορά που απορρίπτουμε τους εκτός των τειχών αδελφούς μας, μιμούμαστε τη συμπεριφορά του Προφήτη Ιωνά, που αδιαφορούσε για τη σωτηρία των Νινευιτών, επειδή δεν ήταν ομόθρησκοί του. Όμως ο Θεός δίδαξε και σε εκείνον και σε όλους ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά Του και εικόνες Του. Εμείς καλούμαστε να ακολουθήσουμε την εντολή του Χριστού – πρόσκληση για μαθητεία πάντων των εθνών.
Η τάση και το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων για την Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη είναι πραγματικά ευλογία και τιμή. Είναι όμως και μεγάλη ευθύνη. Ας μην αφήσουμε το απρόσωπο διαδίκτυο να κάνει τη δική μας πνευματική εργασία – ιεραποστολική μαρτυρία, γιατί μάλλον θα προκαλέσει ζημιά.
Αλλά να εργαστούμε συνειδητά στις ενορίες μας με την ευλογία και την καθοδήγηση των επισκόπων, ώστε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που έχουν καλή προαίρεση να συναντηθούν με τον Χριστό και τους Αγίους μέσα από τα ιερά μυστήρια και τα αληθινά εκκλησιαστικά βιώματα. Τα βιώματα εν Χριστώ συγκλονίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου και μπορούν να τον οδηγήσουν ως επιβάτη της νοητής νηός, της Εκκλησίας, στη σωτηρία. Η ιντερνετική ορθοδοξία συνήθως οδηγεί στον καταποντισμό των ψυχών, γιατί δεν έχει την απαραίτητη εκκλησιολογική βάση και μοιάζει με ακυβέρνητο καράβι στην πιο φοβερή τρικυμία.
* Ο π. Γεώργιος Οικονόμου είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιερσέης και διακονεί στην ενορία Αγίου Θωμά στο Τσέρι Χιλλ.









