Νέα ευρωπαϊκή συμφωνία για το κλίμα με υιοθέτηση ενδιάμεσου στόχου για το 2040
Η πρόσφατη συμφωνία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την τροποποίηση του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Νόμου, με την υιοθέτηση νέου ενδιάμεσου στόχου μείωσης εκπομπών κατά 90% έως το 2040, συνιστά μια από τις πλέον κρίσιμες πολιτικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις για την Ευρώπη.
Για την Κύπρο, η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενσωματώνει προτάσεις και εξασφαλίσεις που αναγνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες ενός νησιωτικού κράτους, προσφέροντας παράλληλα εργαλεία ευελιξίας και προστασίας της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής βιωσιμότητας. Πρόκειται για ένα βήμα που ενισχύει τον ρόλο της χώρας μας στη νέα πράσινη πορεία της ΕΕ, διασφαλίζοντας ότι η μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα θα είναι δίκαιη, ρεαλιστική και προσαρμοσμένη στις εθνικές μας ανάγκες.
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, που παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2019, καθόρισε τη στρατηγική της Ένωσης για την επίτευξη «κλιματικής ουδετερότητας» έως το 2050, μέσω δράσεων για την απανθρακοποίηση της ενέργειας, της βιομηχανίας και των μεταφορών, καθώς και με την ταυτόχρονη προώθηση της κυκλικής οικονομίας και της αποδοτικότητας των πόρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ένωση κατοχύρωσε νομικά την κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050 με τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο, ενώ ο ενδιάμεσος στόχος για το 2030 ορίστηκε με επίτευξη τουλάχιστον 55% μείωσης των εκπομπών σε σχέση με τις εκπομπές του 1990.
Η Πράσινη Συμφωνία ανέδειξε ότι η μετάβαση δεν είναι μόνο περιβαλλοντική πρόκληση, αλλά ένα ολοκληρωμένο οικονομικό και αναπτυξιακό μοντέλο και μια ευκαιρία για ανταγωνιστικότητα, καινοτομία και κοινωνική συνοχή. Ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 συνάδει με την ανάγκη η Ένωση να εξασφαλίσει την ενεργειακή της ασφάλεια και αυτονομία, απαλλαγμένη από τις εισαγωγές πετρελαιοειδών από τρίτες χώρες.
Μετά το 2023, η Ένωση αντιμετώπισε αρκετές πολιτικές, τεχνολογικές και διεθνείς προκλήσεις όπως η ανάγκη για επενδύσεις, η απαίτηση για εναρμόνιση των βιομηχανικών κλάδων, και η πολιτική πίεση από τις γεωπολιτικές συνθήκες και την ενεργειακή ασφάλεια. Οι τεχνικές μελέτες έδειξαν ότι ο δρόμος προς το 2050 απαιτεί νέα εργαλεία, περισσότερες ΑΠΕ, ηλεκτροκίνηση, αποθήκευση ενέργειας και απορροφήσεις άνθρακα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τον Ιούλιο του 2025 τη τροποποίηση του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Νόμου ώστε να ενσωματωθεί ενδιάμεσος στόχος μείωσης εκπομπών κατά 90% έως το 2040 σε σύγκριση με το 1990. Ο ποσοτικός αριθμός μείωσης κατά 90% προκύπτει μετά από σύσταση του Ευρωπαϊκού Επιστημονικού Συμβουλευτικού Σώματος για την Κλιματική Αλλαγή.
Την 5η Νοεμβρίου 2025, τα κράτη-μέλη της Ένωσης κατέληξαν σε κοινή πολιτική θέση για τον κλιματικό νόμο ως προς τον στόχο για το 2040, ο οποίος έτυχε σκληρής πολιτικής διαπραγμάτευσης στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Περιβάλλοντος και 3 Συμβουλίων Υπουργών Περιβάλλοντος. Η κοινή αυτή θέση επιδιώκει μείωση των καθαρών εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Η συμφωνία αυτή σηματοδότησε μια νέα καμπή: η μετάβαση δεν περιορίζεται στο 2030 αλλά αποκτά σαφή ενδιάμεσο σταθμό και για το 2040, ενισχύοντας την πολιτική και επενδυτική συνέχεια. Ταυτοχρόνως, ο στόχος αυτός έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η Ένωση παραμένει σε τροχιά προς την κλιματική ουδετερότητα το 2050.
>>Οφέλη για την Κύπρο
Το τελικό κείμενο του Κλιματικού Νόμου όπως έχει συμφωνηθεί συνοδεύεται από ειδικές πρόνοιες και δεσμεύσεις που αντανακλούν τις ανησυχίες και τις ανάγκες όλων των κρατών-μελών συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Συγκεκριμένα, το τελικό κείμενο περιλαμβάνει στοιχεία που διεκδίκησε και εξασφάλισε η κυπριακή πλευρά, διασφαλίζοντας ότι λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες και προτεραιότητές μας, όπως:
• Αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων των νησιωτικών κρατών: Γίνεται ρητή μνεία στις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές χώρες. Αναγνωρίζει ότι κράτη όπως η Κύπρος, απομονωμένα ενεργειακά από την ηπειρωτική Ευρώπη, έχουν μοναδικές προκλήσεις στην ενεργειακή μετάβαση. Η προσθήκη αυτή ήταν αίτημα της κυπριακής κυβέρνησης και η ένταξή της στο κείμενο εξασφαλίζει ότι μελλοντικές πολιτικές θα λαμβάνουν υπόψη τους περιορισμούς και τις ανάγκες νησιωτικών κρατών όπως η Κύπρος.
• Αναβολή εφαρμογής του νέου Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών (ETS2): Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή αποδέχθηκε και την αναβολή της έναρξης του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τους τομείς θέρμανσης κτιρίων και οδικών μεταφορών. Η ρύθμιση αυτή, την οποία διαχρονικά υποστήριξε και η Κύπρος, θα δώσει περισσότερο χρόνο προσαρμογής σε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις για τη μετάβαση, μειώνοντας την πίεση στο κοινωνικό σύνολο κατά τα πρώτα στάδια εφαρμογής του Συστήματος όπου αναμένεται αύξηση των καυσίμων κίνησης και θέρμανσης. Επιπρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει άμεσα νέες νομοθετικές ρυθμίσεις για το ETS-2 έτσι ώστε όταν εφαρμοστεί το νέο σύστημα, το επιπρόσθετο κόστος για την κοινωνία να ελαχιστοποιηθεί. Η αναβολή αυτή επιτεύχθηκε μετά από πρωτοβουλία που ανέλαβε η Κύπρος και υιοθετήθηκε από ομάδα κρατών μελών.
• Έμφαση στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στην περιοχή μας: Η συμφωνία αναγνωρίζει τα προβλήματα που δημιουργούν οι φυσικές καταστροφές, ειδικά οι δασικές πυρκαγιές, τις οποίες βιώνουν εντονότερα οι μεσογειακές χώρες. Η Κύπρος πρόβαλε το ζήτημα αυτό και πέτυχε να συμπεριληφθεί αναφορά στις φυσικές καταστροφές και τις κλιματικές επιπτώσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ αναγνωρίζει την ευαλωτότητα περιοχών όπως η Κύπρος και θα λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους κατά την δημιουργία προτάσεων που αφορούν τις δασικές απορροφήσεις άνθρακα. Επιπρόσθετα, συμπεριλαμβάνονται αναφορές στις φυσικές καταστροφές στην ρήτρα αναθεώρησης του στόχου.
• Πρόσθετη ευελιξία για την επίτευξη των στόχων: Για να καταστεί ο φιλόδοξος στόχος του 2040 ρεαλιστικός για όλα τα κράτη-μέλη, συμφωνήθηκαν επίσης 3 ευελιξίες οι οποίες είναι καθοριστικής σημασίας και για την Κύπρο που είναι:
1) Προβλέπεται η δυνατότητα χρήσης διεθνών πιστώσεων άνθρακα έως και στο 5% των ευρωπαϊκών εκπομπών του 1990 (από το 2036 και μετά) ώστε τα κράτη να καλύψουν μέρος του στόχου με επενδύσεις σε μειώσεις εκπομπών εκτός ΕΕ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο εντός ΕΕ στόχος μειώνεται στο 85%, δίνοντας ανάσα σε χώρες με περιορισμένες δυνατότητες μείωσης εκπομπών (όπως η Κύπρος).
2) Εγχώριες αφαιρέσεις άνθρακα: Η συμφωνία προβλέπει ρόλο για μόνιμες αφαιρέσεις άνθρακα σε εγχώριο επίπεδο (π.χ. τεχνολογιών δέσμευσης CO₂) στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ΣΕΔΕ).
3) Εισάγεται ευελιξία μεταξύ διαφορετικών τομέων και εργαλείων πολιτικής. Δηλαδή αν μια χώρα αντιμετωπίζει δυσκολίες μείωσης σε έναν τομέα (π.χ. μεταφορές), θα μπορεί να αναπληρώσει το κενό με επιπλέον μειώσεις σε άλλον τομέα χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η συνολική της πρόοδος. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά την Κύπρο να διαχειριστεί πιο εύκολα τις μειώσεις εκπομπών στους τομείς όπου υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες, διατηρώντας παράλληλα τον συνολικό της στόχο. Επιπρόσθετα η ευελιξία αυτή αφορά και ευελιξία μεταξύ περιβαλλοντικών νομοθετημάτων.
• Ρήτρα αναθεώρησης για προστασία της οικονομίας: Ένα ακόμη σημαντικό όφελος είναι η ενισχυμένη ρήτρα αναθεώρησης του στόχου. Στο κείμενο ορίζεται ότι ανά διετία θα αξιολογείται η πρόοδος προς τον στόχο του 2040 με βάση τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα και τις οικονομικές συνθήκες. Εάν διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της κλιματικής πολιτικής έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ΕΕ ή στην κοινωνία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύεται πολιτικά να προτείνει τροποποίηση του Κλιματικού Νόμου, συμπεριλαμβανομένης πιθανώς της προσαρμογής του ίδιου του στόχου του 2040. Αυτό προσφέρει εγγύηση στις πιο ευάλωτες οικονομίες, ότι ο στόχος θα υλοποιηθεί με τρόπο κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά βιώσιμο, χωρίς να θυσιάζεται η ανταγωνιστικότητα, η ευημερία και η κοινωνική συνοχή εντός ΕΕ.
• Δέσμευση για ανταγωνιστικότητα, επισιτιστική ασφάλεια και δίκαιη μετάβαση: Η συμφωνία προβλέπει επίσης αναφορές στην ανάγκη διαφύλαξης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της κοινωνικής ισορροπίας κατά την κλιματική μετάβαση, καθώς και την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Οι όροι αυτοί διασφαλίζουν ότι η μετάβαση θα είναι δίκαιη και ρεαλιστική, χωρίς να διακινδυνεύσει η οικονομική σταθερότητα, η επάρκεια τροφίμων ή το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Για την Κύπρο, μια μικρή νησιωτική οικονομία, οι εγγυήσεις αυτές είναι πολύ σημαντικές καθώς η ΕΕ δεσμεύεται πλέον ξεκάθαρα ότι θα στηρίξει τους πολίτες, τους αγρότες και τις επιχειρήσεις στο δρόμο προς την κλιματική ουδετερότητα.
Συνολικά, τα οφέλη που εξασφάλισε η Κύπρος από τη συμφωνία για τον στόχο του 2040 εστιάζουν στην ευελιξία, τη ρεαλιστικότητα, τη δικαιοσύνη και την αναγνώριση της εθνικής πραγματικότητας. Η χώρα μας υποστήριξε ενεργά το συμβιβαστικό κείμενο, καθώς ανταποκρίνεται στις ανησυχίες μας παρέχοντας εργαλεία προσαρμογής για την επίτευξη του στόχου, πολιτικές διαβεβαιώσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για στήριξη όπου χρειάζεται, και κατοχυρώνει ότι καμία χώρα δεν θα μείνει πίσω λόγω ιδιαιτεροτήτων ή περιορισμών. Πρόκειται για μια συμφωνία η οποία διασφαλίζει ότι η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική του αύριο θα είναι κοινωνικά ισότιμη και ρεαλιστική για όλους.








