Κατέληξε στη φυλακή για μισοκαπνισμένο τσιγάρο με κάνναβη στην Πάφο
Επικύρωσε το Εφετείο την ποινή φυλάκισης άνδρα για κατοχή και χρήση κάνναβης, απορρίπτοντας την έφεσή του με την οποία υποστήριζε ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και ότι εσφαλμένα διατάχθηκε να την εκτίσει διαδοχικά με άλλη ποινή φυλάκισης που ήδη εξέτιε για υπόθεση διάρρηξης.
Ο άνδρας είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, κατόπιν παραδοχής του, για δύο αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 21 Μαρτίου 2023. Το πρώτο αφορούσε την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα ενός μισοκαπνισμένου, χειροποίητου τσιγάρου μήκους οκτώ εκατοστών, το οποίο περιείχε καπνό αναμεμειγμένο με ίχνη κάνναβης. Το δεύτερο αδίκημα αφορούσε τη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, καθώς διαπιστώθηκε ότι είχε καπνίσει κάνναβη.
Για την πρώτη κατηγορία τού επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών και για τη δεύτερη ποινή φυλάκισης εννέα μηνών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως οι ποινές εκτιθούν διαδοχικά με ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών, την οποία ο καταδικασθείς ήδη εξέτιε για αδίκημα διάρρηξης κτηρίου, σε ποινική υπόθεση που είχε καταχωριστεί το 2024. Ως αποτέλεσμα, η συνολική διάρκεια των ποινών που κλήθηκε να εκτίσει ανήλθε στους 39 μήνες.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς αμφισβήτησε τόσο το ύψος των ποινών που του επιβλήθηκαν για τα αδικήματα που αφορούσαν την κάνναβη όσο και την απόφαση να εκτιθούν διαδοχικά με την ήδη επιβληθείσα ποινή για τη διάρρηξη.
Το βεβαρημένο ποινικό μητρώο
Εξετάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, το Εφετείο έκρινε ότι δεν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του άνδρα πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επικαλέστηκε.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, κατά την επιμέτρηση της ποινής είχαν ληφθεί υπόψη τέσσερις προηγούμενες καταδίκες του, οι οποίες αφορούσαν την περίοδο από το 2018 μέχρι το 2022. Παράλληλα, συνυπολογίστηκε, δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, υπόθεση του 2023, στην οποία είχε καταδικαστεί για αδίκημα κατά της περιουσίας, παρόμοιας φύσης με εκείνα που περιλαμβάνονταν στο προηγούμενο ποινικό του μητρώο.
Το Εφετείο σημείωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε στην ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικές ουσίες, μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Την ίδια ώρα, δεν παρέλειψε να εξετάσει τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο καταδικασθείς στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών περιορίζει σε κάποιο βαθμό την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, καθοριστική για την τελική κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν η στάση του εφεσείοντα έναντι της τήρησης των νόμων, όπως αυτή προέκυπτε από το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο.
Το Εφετείο εξέτασε, παράλληλα, τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει εσφαλμένα υπόψη του αδίκημα που διαπράχθηκε μεταγενέστερα από τα υπό κρίση αδικήματα και περιλαμβανόταν σε ποινική υπόθεση του 2024.
Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, καθώς, σύμφωνα με την απόφαση, δεν προέκυπτε από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είχε ληφθεί υπόψη οποιοδήποτε μεταγενέστερο αδίκημα.
Αντίθετα, η σχετική αναφορά αφορούσε υπόθεση του 2023, η οποία είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με κοινή συναίνεση των πλευρών, για σκοπούς επιβολής ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Η υπόθεση περιλάμβανε κατηγορία για παράνομη κατοχή περιουσίας για την οποία υπήρχε εύλογη υποψία ότι ήταν κλοπιμαία, καθώς και κατηγορία για περιπλάνηση σε δημόσιο χώρο υπό περιστάσεις που παρέπεμπαν σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό.
Το αδίκημα που αφορούσε την κατοχή περιουσίας είχε διαπραχθεί στις 23 Φεβρουαρίου 2023, δηλαδή πριν από τα αδικήματα κατοχής και χρήσης κάνναβης, τα οποία διαπράχθηκαν στις 21 Μαρτίου του ίδιου έτους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο το έλαβε υπόψη ως ένδειξη επανάληψης της παραβατικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα σε σχέση με αδικήματα κατά της περιουσίας.
Το Εφετείο έκρινε ότι η αξιολόγηση αυτή ήταν δικαιολογημένη και ότι δεν υπήρχε κανένα έρεισμα για τον σχετικό ισχυρισμό της υπεράσπισης.
Υπενθυμίζοντας τις αρχές που διέπουν τον έλεγχο των ποινών από το Εφετείο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν έχει ως αποστολή να καθορίζει εκ νέου το ύψος της ποινής, αλλά να εξετάζει κατά πόσο αυτή είναι ορθή υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης και των αρχών που απορρέουν από τη νομολογία.
Επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται όταν η ποινή είναι αντικειμενικά έκδηλα υπερβολική ή έκδηλα ανεπαρκής ή όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. Για να γίνει δεκτός ισχυρισμός περί υπερβολικής ή ανεπαρκούς ποινής, θα πρέπει να τεκμηριώνεται σαφής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος και της ποινής που επιβλήθηκε ή ουσιώδης απόκλιση από το πλαίσιο που καθορίζει η νομολογία για παρόμοιες υποθέσεις.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης.
Απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός για τις διαδοχικές ποινές
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το Εφετείο εξέτασε κατά πόσο ήταν δικαιολογημένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει όπως οι ποινές για την κατοχή και χρήση κάνναβης εκτιθούν διαδοχικά με την ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών που είχε επιβληθεί για τη διάρρηξη.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα αδικήματα της υπό κρίση υπόθεσης δεν θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή της ποινής για τη διάρρηξη, καθώς, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, ο εφεσείων δεν είχε παραδεχθεί τις σχετικές κατηγορίες. Ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι, εάν τα αδικήματα για την κάνναβη είχαν εξεταστεί στο πλαίσιο της υπόθεσης διάρρηξης, η συνολική ποινή δεν θα μεταβαλλόταν ουσιωδώς.
Το Εφετείο διευκρίνισε ότι το ουσιαστικό ζήτημα ήταν κατά πόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δικαιολογούνταν απόκλιση από τον γενικό κανόνα της διαδοχικής έκτισης των ποινών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η διαδοχική έκτιση αποτελεί τον συνήθη κανόνα, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα κάθε υπόθεσης και τις αρχές της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής.
Η αρχή της συνολικότητας αποσκοπεί στο να διασφαλίζεται ότι η συνολική ποινή δεν είναι υπέρμετρη ή δυσανάλογη σε σχέση με το σύνολο της ποινικής ευθύνης του καταδικασθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι οι παράγοντες στους οποίους στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να μην αποκλίνει από τον γενικό κανόνα της διαδοχικής έκτισης των ποινών βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία.
Παράλληλα, έκρινε ότι η συνολική ποινή των 39 μηνών δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, εάν αξιολογηθεί σε συνάρτηση με το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα.
«Θεωρούμε ότι η εν λόγω συνολική ποινή είναι δίκαιη και αναλογική υπό τις περιστάσεις, χωρίς να εντοπίζουμε λόγο επέμβασης του Εφετείου», αναφέρεται στην απόφαση.
Καταληκτικά, το Εφετείο απέρριψε και τον δεύτερο λόγο έφεσης, απορρίπτοντας την έφεση στο σύνολό της και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.







