Εφετείο: Απορρίφθηκε η έφεση για ακύρωση διαθηκών 81χρονης – Δεν αποδείχθηκε αθέμιτη επιρροή
Ανεπιτυχής ήταν η έφεση γυναίκας που επιδίωξε την ακύρωση δύο διαθηκών 81χρονης, υποστηρίζοντας ότι αυτές δεν αποτελούσαν έκφραση της ελεύθερης βούλησής της, αλλά καταρτίστηκαν κατόπιν ψυχικής πίεσης και απειλών.
Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ασκήθηκε αθέμιτη επιρροή στην ηλικιωμένη γυναίκα ή στον σύζυγό της.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν οι αντεφέσεις των δύο εφεσίβλητων σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να καταβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας από την κληρονομιαία περιουσία. Ωστόσο, το Εφετείο επιδίκασε έξοδα ύψους €4.500, πλέον ΦΠΑ, εφόσον εφαρμόζεται, υπέρ των τριών εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας.
Η υπόθεση αφορούσε δύο αγωγές που καταχωρίστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με τις οποίες η εφεσείουσα ζητούσε την ακύρωση των διαθηκών ημερομηνίας 22 Φεβρουαρίου 2006 και 1ης Μαΐου 2006, καθώς και την ακύρωση εγγράφου αποποίησης κληρονομικών δικαιωμάτων που υπέγραψε ο σύζυγος της 81χρονης, στις 24 Ιουλίου 2006.
Οι τρεις διαθήκες και η αλλαγή στη διάθεση της περιουσίας
Η διαφορά προέκυψε από τις διαδοχικές αλλαγές στη διαθήκη της 81χρονης, η οποία απεβίωσε το 2006, μόλις επτά ημέρες μετά την υπογραφή της τελευταίας διαθήκης της.
Με την πρώτη διαθήκη, ημερομηνίας 4 Ιανουαρίου 2002, η 81χρονη είχε ορίσει ως κληρονόμο της τον σύζυγό της και, σε περίπτωση που εκείνος δεν βρισκόταν στη ζωή κατά τον θάνατό της, την εφεσείουσα. Οι δύο οικογένειες διατηρούσαν επί σειρά ετών στενούς οικογενειακούς και φιλικούς δεσμούς.
Η δεύτερη διαθήκη, ημερομηνίας 22 Φεβρουαρίου 2006, ακύρωσε την προηγούμενη και κατέλειπε την περιουσία στην πρώτη εφεσίβλητη, η οποία επίσης συνδεόταν από παλιά με την 81χρονη. Ωστόσο, διατηρούνταν το δικαίωμα του συζύγου της να παραμένει και να αξιοποιεί την περιουσία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Κατά την κατάρτιση της δεύτερης διαθήκης, η δικηγόρος που την είχε συντάξει κατέθεσε ότι οι αρχικές οδηγίες της 81χρονης προέβλεπαν κληροδοσίες τόσο προς την εφεσείουσα όσο και προς την πρώτη εφεσίβλητη. Ωστόσο, όταν η 81χρονης επισκέφθηκε το γραφείο της για να υπογράψει τη διαθήκη, άλλαξε τις οδηγίες της, αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει στην αρχικά σχεδιαζόμενη διάθεση, επειδή η πρώτη εφεσίβλητη «τα θέλει όλα».
Περίπου δύο μήνες αργότερα, την 1η Μαΐου 2006, συντάχθηκε η τρίτη και τελευταία διαθήκη της 81χρονης, ενώ η ίδια νοσηλευόταν. Με αυτήν ακυρώνονταν όλες οι προηγούμενες διαθήκες και η ακίνητη και κινητή περιουσία της στην Κύπρο καταλείφθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη. Το αυτοκίνητό της δόθηκε στην τρίτη εφεσίβλητη, νοσοκόμα στην κλινική όπου νοσηλευόταν, ενώ ποσό 1.000 λιρών Κύπρου καταλείφθηκε στη μητέρα της εφεσείουσας.
Σε αντίθεση με την προηγούμενη διαθήκη, η τελευταία περιλάμβανε ρητή αναφορά ότι η 81χρονη δεν επιθυμούσε να αφήσει οτιδήποτε στον σύζυγό της. Ως εκτελέστρια της διαθήκης ορίστηκε η δεύτερη εφεσίβλητη, δικηγόρος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έγιναν αποδεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, η 81χρονη είχε επισκεφθεί τη δεύτερη εφεσίβλητη περί τις 26 Απριλίου 2006 και της έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία νέας διαθήκης, εκφράζοντας δυσαρέσκεια τόσο για την προηγούμενη δικηγόρο της όσο και για τον σύζυγό της.
Την 1η Μαΐου εισήχθη σε νοσοκομείο με υπογλυκαιμικό επεισόδιο, το οποίο αντιμετωπίστηκε. Αργότερα την ίδια ημέρα, αφού διάβασε τη διαθήκη και δήλωσε ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό της, την υπέγραψε ενώπιον δύο μαρτύρων.
Στις 24 Ιουλίου 2006, ο σύζυγός της υπέγραψε έγγραφο αποποίησης των κληρονομικών του δικαιωμάτων, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, είχε ζητήσει ο ίδιος να ετοιμαστεί, επιθυμώντας να σεβαστεί τη βούληση της συζύγου του. Ο ίδιος απεβίωσε στις 7 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 83 ετών.
Γιατί απορρίφθηκαν οι αγωγές
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τις δύο αγωγές, κρίνοντας ότι δεν παρουσιάστηκε επαρκής μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ασκήθηκαν ψυχική πίεση ή απειλές στην 81χρονη. Αντίθετα, αποδέχθηκε ως αξιόπιστες τις μαρτυρίες της δικηγόρου που είχε συντάξει τις δύο πρώτες διαθήκες, καθώς και της νοσοκόμας και της δικηγόρου που είχαν σχέση με την κατάρτιση της τελευταίας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά της 81χρονης πως η πρώτη εφεσίβλητη «τα θέλει όλα» δεν αρκούσε, από μόνη της, για να αποδειχθεί ότι είχε υποκύψει σε αθέμιτη επιρροή. Χωρίς πρόσθετα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να ασκήθηκε πίεση, οποιοδήποτε σχετικό συμπέρασμα θα παρέμενε στο επίπεδο της εικασίας.
Η εφεσείουσα αμφισβήτησε την πρωτόδικη απόφαση, προβάλλοντας συνολικά 12 λόγους έφεσης. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκε ορθά η έννοια της ψυχικής πίεσης, ότι δεν δόθηκε η δέουσα σημασία στην ηλικία και την κατάσταση της υγείας της 81χρονης και ότι οι σημαντικές αλλαγές στις διαθήκες αποτελούσαν ενδείξεις αθέμιτης επιρροής.
Επικαλέστηκε, επίσης, τον λεγόμενο «Χρυσό Κανόνα» (Golden Rule), σύμφωνα με τον οποίο, ως ορθή πρακτική, η νοητική κατάσταση ηλικιωμένου ή σοβαρά ασθενούς προσώπου που συντάσσει διαθήκη θα πρέπει, όπου είναι εφικτό, να επιβεβαιώνεται από γιατρό.
Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι η ηλικία και η επιβαρυμένη υγεία της 81χρονης, μολονότι αποτελούσαν σημαντικά στοιχεία για την αξιολόγηση των περιστάσεων, δεν αρκούσαν για να αποδείξουν ότι πράγματι ασκήθηκε ψυχική πίεση.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, ο «Χρυσός Κανόνας» δεν αποτελεί δεσμευτικό κανόνα δικαίου ούτε αυτοτελές κριτήριο εγκυρότητας μιας διαθήκης, αλλά δικαστική συμβουλή για την ενδεδειγμένη πρακτική. Επομένως, η μη τήρησή του δεν καθιστά αυτομάτως άκυρη μια διαθήκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχθεί τις μαρτυρίες της νοσοκόμας και της δικηγόρου, σύμφωνα με τις οποίες η 81χρονη, μετά την αντιμετώπιση του υπογλυκαιμικού επεισοδίου, ήταν σε καλή κατάσταση, αντιλαμβανόταν τι έπραττε, διάβασε τη διαθήκη και επιβεβαίωσε ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό της.
Αντίθετα, η πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή Δρος Μ. Ματσάκη δεν κρίθηκε επαρκής για να ανατρέψει τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο ιατροδικαστής δεν είχε εξετάσει την 81χρονη και οι απόψεις του βασίζονταν, σε σημαντικό βαθμό, σε γενικές εκτιμήσεις και σε στοιχεία του ιατρικού φακέλου που δεν είχαν αποδειχθεί επαρκώς. Επιπλέον, δεν είχε κληθεί να καταθέσει κάποιος από τους θεράποντες ιατρούς της.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν απλώς το γεγονός ότι η πρώτη εφεσίβλητη επωφελήθηκε από τις μεταγενέστερες διαθήκες, αλλά κατά πόσο αποδείχθηκε ότι άσκησε επιρροή τέτοιας έντασης ώστε να καμφθεί η ελεύθερη βούληση της διαθέτιδας.
Όπως σημειώνεται στην απόφαση, «η ελευθερία του διαθέτη περιλαμβάνει και την ευχέρεια μεταβολής προηγούμενων επιλογών του ως προς τη διάθεση της περιουσίας του». Συνεπώς, το γεγονός ότι η 81χρονη άλλαξε τις προηγούμενες αποφάσεις της ή απέκλεισε τον σύζυγό της από την τελευταία διαθήκη δεν αποδείκνυε, από μόνο του, ότι η απόφασή της ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης.
Το Εφετείο απέρριψε, επίσης, τον ισχυρισμό ότι ο σύζυγός της είχε εξαναγκαστεί να αποποιηθεί τα κληρονομικά του δικαιώματα, κρίνοντας ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να τεκμηριώνει την άσκηση πίεσης σε βάρος του. Αντίθετα, τα στοιχεία που έγιναν αποδεκτά υποδείκνυαν ότι η αποποίηση αποτελούσε δική του επιλογή.
Απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας
Η εφεσείουσα είχε ζητήσει πρωτοδίκως την τροποποίηση των εκθέσεων απαιτήσεών της, προκειμένου να συμπεριλάβει ισχυρισμό ότι η υπογραφή της 81χρονης στην τελευταία διαθήκη ήταν πλαστογραφημένη από τις εφεσίβλητες.
Το αίτημα απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας εισήγαγε ουσιωδώς διαφορετική πραγματική και νομική βάση από εκείνη των αρχικών αγωγών. Παράλληλα, διαπίστωσε ότι η αίτηση υποβλήθηκε με σημαντική καθυστέρηση, σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια μετά την καταχώριση των αγωγών, χωρίς επαρκή εξήγηση.
Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση αυτή, επισημαίνοντας ότι ο αρχικός ισχυρισμός αφορούσε την κατάρτιση των διαθηκών υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης, ενώ ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας αμφισβητούσε το κατά πόσο η υπογραφή είχε τεθεί από την ίδια την 81χρονη.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «στη μία περίπτωση το ζήτημα ήταν υπό ποιες συνθήκες υπέγραψε η 81χρονη, ενώ στην άλλη κατά πόσο υπέγραψε πράγματι η ίδια».
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση θα οδηγούσε σε ουσιώδη διεύρυνση των επίδικων ζητημάτων, επηρεάζοντας και την υπερασπιστική γραμμή των εφεσίβλητων. Παράλληλα, η εφεσείουσα δεν προσδιόρισε επαρκώς πότε και υπό ποιες περιστάσεις περιήλθαν σε γνώση της τα στοιχεία που, κατά τον ισχυρισμό της, δημιουργούσαν ζήτημα γνησιότητας της υπογραφής.
Ως εκ τούτου, απορρίφθηκαν και ο 11ος και ο 12ος λόγος έφεσης, οι οποίοι αφορούσαν την απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης.
Γιατί τα έξοδα καταβλήθηκαν από την κληρονομιά
Οι εφεσίβλητες αμφισβήτησαν με αντεφέσεις την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καταβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας από την περιουσία της 81χρονης, παρά την απόρριψη των αγωγών και την επιτυχία των ανταπαιτήσεών τους.
Το Εφετείο απέρριψε και τις δύο αντεφέσεις, κρίνοντας ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η απόφαση για τα έξοδα παρέμενε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Παρότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε εύλογη βάση για να διερευνηθεί δικαστικά η εγκυρότητα των διαθηκών. Σχετικά στοιχεία αποτελούσαν η ηλικία και η κατάσταση της υγείας της 81χρονης, οι ουσιώδεις μεταβολές στις διαδοχικές διαθήκες, καθώς και η μαρτυρία της δικηγόρου για την αλλαγή των αρχικών οδηγιών της διαθέτιδας και την αναφορά ότι η πρώτη εφεσίβλητη «τα θέλει όλα».
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το γεγονός πως μια αμφισβήτηση διαθήκης τελικά αποτυγχάνει δεν σημαίνει ότι στερούνταν εξαρχής εύλογου ερείσματος.
Καταληκτικά, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, όπως και οι αντεφέσεις. Το Εφετείο επιδίκασε έξοδα ύψους €4.500, πλέον ΦΠΑ εφόσον εφαρμόζεται, υπέρ των τριών εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας. Για τις αντεφέσεις δεν εκδόθηκε διαταγή ως προς τα έξοδα.







