Εφετείο: Μειώθηκε από 10 σε 6 μήνες η ποινή άνδρα για κλοπή λόγω μη συνυπολογισμού προηγούμενης ποινής
Σε μείωση της ποινής φυλάκισης από 10 σε έξι μήνες, προχώρησε το Εφετείο, εξετάζοντας έφεση άνδρα, ο οποίος είχε παραδεχθεί κατηγορία κλοπής, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε ενώπιόν του ένα ουσιώδες στοιχείο κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Η υπόθεση αφορούσε κλοπή που διαπράχθηκε την 1η Ιανουαρίου 2026. Ο εφεσείων είχε αφαιρέσει ποδήλατο αξίας €700, κράνος αξίας €150 και ζευγάρι παπούτσια αξίας €100, τα οποία ανήκαν στον παραπονούμενο και είχαν τοποθετηθεί έξω από οικία φιλικού του προσώπου. Για την πράξη του παραδέχθηκε την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα.
Καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση διαδραμάτισε το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του εφεσείοντα. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, είχε καταδικαστεί επανειλημμένα τα προηγούμενα χρόνια, με τις καταδίκες να αφορούν, μεταξύ άλλων, ληστείες, διαρρήξεις, κλοπές, κακόβουλη ζημιά, επιθέσεις και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Από το 2015 μέχρι και το 2025 είχαν επιβληθεί σε βάρος του διαδοχικές ποινές φυλάκισης, με σημαντικότερες εκείνες των 3,5 ετών το 2015 και των έξι ετών το 2018.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης 10 μηνών, την οποία αποφάσισε να μην αναστείλει, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα περιστατικά της υπόθεσης όσο και το ποινικό μητρώο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Ο εφεσείων προσέφυγε στο Εφετείο υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η ποινή ήταν υπερβολική και δυσανάλογη, ότι δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς οι προσωπικές του περιστάσεις και οι μετριαστικοί παράγοντες, ενώ υποστήριξε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν ανέστειλε την ποινή.
Ωστόσο, το Εφετείο ξεκαθάρισε ότι η φύση του αδικήματος και κυρίως το ποινικό ιστορικό του εφεσείοντα καθιστούσαν αναπόφευκτη την επιβολή ποινής φυλάκισης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ορθά λάβει υπόψη την παραδοχή του αδικήματος, την απολογία του, την αξία της κλαπείσας περιουσίας, την αποζημίωση του θύματος και τη συμφιλίωση των δύο πλευρών.
Συνυπολογίστηκαν επίσης τα προβλήματα υγείας του εφεσείοντα και της μητέρας του, την οποία φροντίζει, τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, καθώς και το γεγονός ότι στο παρελθόν ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και φέρεται να έχει διακόψει τη συγκεκριμένη συνήθεια. Παρά τους παράγοντες αυτούς, το Εφετείο συμφώνησε ότι δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιλογή άλλου είδους ποινής.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε το Εφετείο, ωστόσο, σε ένα στοιχείο που δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, λόγω της νέας καταδίκης θα ενεργοποιούνταν αυτομάτως εναπομείνασα ποινή φυλάκισης 107 ημερών, η οποία είχε ανασταλεί προηγουμένως υπό όρους δυνάμει Προεδρικής χάρης. Η ποινή αυτή θα εκτιόταν διαδοχικά με τη νέα ποινή.
Το Εφετείο έκρινε ότι η ενεργοποίηση της συγκεκριμένης ποινής αποτελούσε αντικειμενικό δεδομένο που θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του ως προς το ύψος της νέας ποινής.
Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα που αφορούν προηγούμενες καταδίκες και αναστολές ποινών, είτε αυτές έχουν δοθεί από Δικαστήριο είτε μέσω Προεδρικής χάρης. Παράλληλα, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να αναφέρει στοιχεία που γνωρίζει και τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την ποινή του.
Το Εφετείο επανέλαβε ότι η αυτόματη ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να έχει σημαντική επίδραση όχι μόνο στο ύψος της νέας ποινής αλλά ακόμη και στην επιλογή του είδους της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κρίθηκε ότι η φυλάκιση παρέμενε αναπόφευκτη λόγω της φύσης του αδικήματος και του ποινικού μητρώου του εφεσείοντα.
Το Εφετείο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η ποινή θα έπρεπε να ανασταλεί. Όπως σημειώνει, το ιστορικό του εφεσείοντα δεν συνηγορούσε υπέρ μιας τέτοιας απόφασης, καθώς είχε λάβει και στο παρελθόν Προεδρική χάρη, αλλά αδικοπράγησε εκ νέου και επέστρεψε στη φυλακή. Στην παρούσα περίπτωση, μάλιστα, διέπραξε το νέο αδίκημα μετά την απονομή της χάρης.
Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε ορθή την επιλογή της φυλάκισης και την απόφαση να μην ανασταλεί, κατέληξε ότι η διάρκεια της ποινής έπρεπε να επανεξεταστεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιμετρήσει την ποινή με βάση τους 10 μήνες που θα εξέτιε ο εφεσείων για τα συγκεκριμένα αδικήματα, χωρίς να γνωρίζει ότι θα ενεργοποιούνταν επιπλέον περίπου τρεις μήνες από την προηγούμενη ανασταλείσα ποινή των 107 ημερών.
Ως αποτέλεσμα, το Εφετείο έκρινε ότι η επέμβασή του ήταν επιβεβλημένη και μείωσε την ποινή από 10 σε έξι μήνες φυλάκιση. Οι υπόλοιποι λόγοι της έφεσης απορρίφθηκαν και, κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παρέμεινε σε ισχύ.
Το Εφετείο αξιοποίησε παράλληλα την υπόθεση για να επαναλάβει την ανάγκη πλήρους ενημέρωσης του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση ποινής, επισημαίνοντας ότι παρόμοιες παραλείψεις έχουν παρατηρηθεί επανειλημμένα. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, τέτοιες παραλείψεις μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελέσουν ακόμη και τον μοναδικό λόγο άσκησης έφεσης κατά της ποινής, διαδικασία που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν είχαν τεθεί εξαρχής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όλα τα κρίσιμα δεδομένα.







