Προεδρική ασυλία: Τι προβλέπει το άρθρο 45 του Συντάγματος και πότε μπορεί να αρθεί
Στο προσκήνιο έρχεται μετά από αρκετά χρόνια, με αφορμή το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το Κράτος Μαφία η συζήτηση για την ασυλία του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η ασυλία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 του Συντάγματος, με τον νομικό Ανδρέα Χρίστου να εξηγεί στο Alphanews.Live τι προβλέπει ο νόμος.
Σύμφωνα με τον κ Χρίστου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να διωχθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του, παρά μόνο σε συγκεκριμένες πριπτώσεις.
Συγκεκριμένα, αναφέρει το άρθρο 45 «ότι μπορεί να διωχθεί εάν έχουμε αισχάτη προδοσία ή για αδικήματα ατιμωτικών ή ηθικής αισχρότητας, που χρειάζεται άδεια από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου».
Ο Πρόεδρος, σύμφωνα με την νομοθεσία, δεν μπορεί να διωχθεί για αδίκημα το οποίο διαπράχθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ όπως σημειώνεται στο Σύνταγμα «πλην όμως δύναται να διωχθή μετά την λήξιν της θητείας αυτού δι’ οιονδήποτε έτερον αδίκημα τελεσθέν κατά την διάρκειαν αυτής».
Με τον νομικό Ανδρέα Χρίστου να εξηγεί: «Αν διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, το οποίο δεν αφορά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή έγινε πριν να αναλάβει καθήκοντα ως πρόεδρος, τότε μπορεί να διωχθεί.»
Ενώ ο κ. Χρίστου εξέφρασε την άποψη πως για να είναι ξεκάθαρο το τι ισχύει, θα πρέπει να ερωτηθεί το Συνταγματικό Ανώτατο, αναφορικά με την ασυλία.
«Να μας πει (σσ. Ανώτατο) τις περιπτώσεις που φέρεται ο πρώην Πρόεδρος να εμπλέκεται, αν μπορούν να υπαχθούν ή όχι στο άρθρο 45. Η δική μου άποψη είναι ότι δεν μπορεί να υπαχθούν και μπορεί να διωχθεί για αυτά αδικήματα, εάν και εφόσον στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας προκύπτει πρώτα από όλα, μέσα από περαιτέρω διερεύνηση ότι υπάρχει τέτοια μαρτυρία, που δείχνει πλέον με αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, για την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος».
Αυτούσιο το άρθρο 45:
1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν υπόκειται εις οιανδήποτε ποινικήν δίωξιν διαρκούσης της θητείας αυτού, ειμή μόνον ως εν τω παρόντι άρθρω ορίζεται.
2. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να διωχθή επί εσχάτη προδοσία. Την κατηγορίαν εισάγουσιν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο γενικός εισαγγελεύς και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, κατόπιν ψηφίσματος της Βουλής των Αντιπροσώπων εγκρινομένου διά μυστικής ψηφοφορίας και πλειοψηφίας τουλάχιστον των τριών τετάρτων του όλου αριθμού των βουλευτών ουδέν όμως τοιούτον ψήφισμα δύναται να εγκριθή και ουδέν σχετικόν θέμα περιλαμβάνεται εις την ημερησίαν διάταξιν ή συζητείται υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, εάν η πρότασις τοιούτου ψηφίσματος δεν υπογραφή τουλάχιστον υπό του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να διωχθή ποινικώς δι’ οιονδήποτε αδίκημα ατιμωτικόν ή ηθικής αισχρότητος κατόπιν αδείας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την κατηγορίαν εισάγουσιν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο γενικός εισαγγελεύς και ο βοηθός γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας.
4. (1) Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας από της ποινικής αυτού διώξεως κατ’ εφαρμογήν της δευτέρας ή της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου απέχει της ασκήσεως των καθηκόντων αυτού εφαρμοζομένων εν τοιαύτη περιπτώσει των διατάξεων της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 36.
(2) Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δικάζεται επί οιαδήποτε τοιαύτη ποινική διώξει υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί τη καταδίκη του εκπίπτει του λειτουργήματος αυτού, επί δε τη αθωώσει του αναλαμβάνει εκ νέου την άσκησιν των καθηκόντων αυτού.
5. Τηρουμένων των διατάξεων της δευτέρας και της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διώκεται δι’ οιονδήποτε αδίκημα τελεσθέν υπ’ αυτού εν τη ασκήσει του λειτουργήματός του, πλην όμως δύναται να διωχθή μετά την λήξιν της θητείας αυτού δι’ οιονδήποτε έτερον αδίκημα τελεσθέν κατά την διάρκειαν αυτής.
6. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν δύναται να εναχθή δι’ οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού εν τη εκτελέσει του λειτουργήματός του ουδέν όμως των εν τη παρούση παραγράφω οριζομένων δύναται να ερμηνευθή ως αποστερούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον οιονδήποτε πρόσωπον του δικαιώματος εναγωγής της Δημοκρατίας, ως ο νόμος προβλέπει.







