Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ «Όχι» Ανωτάτου σε Ρώσο που καταζητείται στις ΗΠΑ και συνελήφθη στη Λάρνακα
«Όχι» Ανωτάτου σε Ρώσο που καταζητείται στις ΗΠΑ και συνελήφθη στη Λάρνακα

«Όχι» Ανωτάτου σε Ρώσο που καταζητείται στις ΗΠΑ και συνελήφθη στη Λάρνακα

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση Ρώσου υπηκόου, για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, με την οποία επιδίωκε να κηρυχθεί παράνομη η κράτησή του εν αναμονή της διαδικασίας έκδοσής του στις Ηνωμένες Πολιτείες, κρίνοντας ότι ούτε η προσωρινή σύλληψή του ούτε η μεταγενέστερη κράτησή του μπορούσαν να αμφισβητηθούν μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας.

Ο αιτητής συνελήφθη στις 9 Μαΐου 2026 στο αεροδρόμιο Λάρνακας βάσει προσωρινού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε μετά από ειδοποίηση τύπου diffusion των αμερικανικών αρχών μέσω της Interpol. Σύμφωνα με την ειδοποίηση, καταζητείται στις ΗΠΑ για αδικήματα συνομωσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν μεταξύ Απριλίου 2023 και Ιουνίου 2025.

Κατά την πρώτη εμφάνισή του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η Νομική Υπηρεσία ζήτησε χρόνο για να αποσταλούν από τις αμερικανικές αρχές τα έγγραφα που απαιτούνται για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Παράλληλα, αιτήθηκε την κράτησή του, επικαλούμενη αποκλειστικά τον κίνδυνο φυγοδικίας, επισημαίνοντας ότι ο συλληφθείς είχε εισέλθει στην Κύπρο ως τουρίστας και δεν διατηρούσε οποιονδήποτε οικογενειακό, επαγγελματικό ή άλλο δεσμό με τη Δημοκρατία.

 

Η υπεράσπιση αντιτάχθηκε τόσο στην κράτηση όσο και στην αναβολή της διαδικασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υποστήριξε ότι ο αιτητής μπορούσε να φιλοξενηθεί από γνωστό του πρόσωπο στην Κύπρο και ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο θα μπορούσε να διασφαλιστεί με αυστηρούς όρους, όπως η καταβολή χρηματικής εγγύησης, η καθημερινή παρουσία σε αστυνομικό σταθμό και η παράδοση των ταξιδιωτικών του εγγράφων.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφάσισε τελικά να αναβάλει την υπόθεση για 50 ημέρες, αντί για τις 60 που είχαν ζητηθεί, και διέταξε την κράτηση του εκζητούμενου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026, αποδεχόμενο ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος φυγοδικίας.

Μέσω της αίτησης Habeas Corpus, ο αιτητής αμφισβήτησε τη νομιμότητα τόσο της σύλληψής του όσο και της κράτησής του. Υποστήριξε ότι η διαδικασία στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ειδοποίηση diffusion της Interpol και όχι σε ερυθρά αγγελία, ότι δεν υπήρχε ρητό αίτημα προσωρινής σύλληψης ή αίτημα έκδοσης από τις ΗΠΑ και ότι η κράτησή του διατάχθηκε απλώς «εν αναμονή εγγράφων», χωρίς να υπάρχει ενεργή διαδικασία έκδοσης.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι η ειδοποίηση τύπου diffusion αποτελεί αναγνωρισμένο εργαλείο διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας μέσω της Interpol, με το οποίο ένα κράτος μπορεί να ζητήσει τον εντοπισμό και την προσωρινή σύλληψη καταζητούμενου προσώπου ενόψει διαδικασίας έκδοσης. Παρότι θεωρείται λιγότερο επίσημο μέσο από μια ερυθρά αγγελία, οι πρακτικές και νομικές συνέπειές του είναι εξίσου σοβαρές και μπορούν να οδηγήσουν σε σύλληψη και έναρξη διαδικασίας έκδοσης. Το Δικαστήριο παρέπεμψε μάλιστα σε προηγούμενες κυπριακές υποθέσεις όπου η διαδικασία έκδοσης είχε κινηθεί ακριβώς στη βάση diffusion notices.

Ωστόσο, το βασικό ζήτημα που εξέτασε το Δικαστήριο δεν ήταν η ουσία της ειδοποίησης της Interpol, αλλά τα όρια της διαδικασίας Habeas Corpus. Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιου εντάλματος είναι να αποδεικνύεται παράνομη κράτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η σύλληψη είχε διαταχθεί από αρμόδιο δικαστήριο βάσει των εξουσιών που του παρέχει ο νόμος περί έκδοσης φυγοδίκων και η σχετική διμερής συνθήκη Κύπρου – ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για παράνομη κράτηση.

Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι τυχόν αμφισβήτηση της εγκυρότητας του προσωρινού εντάλματος σύλληψης θα μπορούσε να εξεταστεί με άλλα ένδικα μέσα, όπως αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, όχι όμως μέσω Habeas Corpus.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ζήτημα της κράτησης λόγω κινδύνου φυγοδικίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου να κρατήσει τον αιτητή μέχρι την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης αποτελούσε άσκηση διακριτικής δικαστικής εξουσίας. Μια τέτοια κρίση, σημειώνεται, δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω Habeas Corpus, καθώς το ένταλμα αυτό δεν λειτουργεί ως μηχανισμός έφεσης ούτε επιτρέπει στο Ανώτατο Δικαστήριο να αντικαταστήσει τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου με τη δική του.

Το Δικαστήριο εξέτασε ακόμη τον ισχυρισμό περί υπερβολικής διάρκειας κράτησης. Κατέληξε όμως ότι η περίοδος των 50 ημερών δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη, αφού υπολείπεται του ανώτατου ορίου των 60 ημερών που προβλέπεται από τη διμερή συνθήκη έκδοσης μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών για την παραλαβή των απαιτούμενων εγγράφων από το αιτούν κράτος.

Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το ειδικό δικαίωμα προσφυγής σε Habeas Corpus που προβλέπεται από το άρθρο 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου αφορά διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής εξέτασης του αιτήματος έκδοσης και την έγκρισή του από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση η διαδικασία έκδοσης δεν είχε ακόμη αρχίσει ουσιαστικά, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη διάταξη να μην εφαρμόζεται.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση του αιτητή δεν ήταν παράνομη, ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούσαν να εξεταστούν μέσω της διαδικασίας Habeas Corpus και απέρριψε την αίτηση, επιδικάζοντας έξοδα ύψους 800 ευρώ εναντίον του αιτητή και υπέρ της Δημοκρατίας.

 

 

Send this to a friend