Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Ελεύθερος με βούλα δικαστηρίου μετανάστης – Ευθύνη στις Αρχές για μη απέλαση
Ελεύθερος με βούλα δικαστηρίου μετανάστης – Ευθύνη στις Αρχές για μη απέλαση

Ελεύθερος με βούλα δικαστηρίου μετανάστης – Ευθύνη στις Αρχές για μη απέλαση

Το Δικαστήριο διέταξε την άμεση αποφυλάκιση υπηκόου Λιβερίας, κρίνοντας ότι η παρατεταμένη διοικητική κράτησή του είχε πλέον καταστεί παράνομη, καθώς οι αρμόδιες αρχές δεν απέδειξαν ότι προωθούσαν με τη δέουσα επιμέλεια τη διαδικασία απέλασής του ούτε ότι υπήρχε ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσής του από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η υπόθεση εξετάστηκε στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, με τον αιτητή να υποστηρίζει ότι κρατείται από τον Μάιο του 2025 χωρίς ουσιαστική επανεξέταση και χωρίς να λαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα για τον επαναπατρισμό του. Από την άλλη πλευρά, το κράτος υποστήριξε ότι η κράτηση ήταν νόμιμη, αναγκαία και δικαιολογημένη λόγω κινδύνου διαφυγής, ενώ επικαλέστηκε και προηγούμενη δικαστική επικύρωση σχετικού διατάγματος κράτησης.

Το Δικαστήριο κατέγραψε ότι ο αλλοδαπός είχε εισέλθει παράνομα στη Δημοκρατία και είχε αρχικά αιτηθεί άσυλο το 2021. Η αίτησή του θεωρήθηκε εγκαταλειφθείσα το 2024 και από τον Οκτώβριο εκείνου του έτους παρέμενε παράνομα στη χώρα. Στις 15 Μαΐου 2025 συνελήφθη στη Λευκωσία, όταν, σύμφωνα με την αστυνομία, προσπάθησε να αποφύγει έλεγχο αλλάζοντας κατεύθυνση μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία μελών της δύναμης. Εκδόθηκαν τότε διατάγματα κράτησης και απέλασης.

Κατά την κράτησή του υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου, η οποία έγινε δεκτή προς εξέταση, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί το πρώτο διάταγμα κράτησης και να ανασταλεί η απέλαση. Στις 31 Ιουλίου 2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης, αυτή τη φορά δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου. Η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ενώ ο αιτητής προσέφυγε εκ νέου στα διοικητικά δικαστήρια, όπου η υπόθεσή του παραμένει εκκρεμής.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι αρχές προχώρησαν σε επαναξιολογήσεις της κράτησης τον Οκτώβριο και Δεκέμβριο του 2025, καθώς και τον Φεβρουάριο του 2026, επαναλαμβάνοντας ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής και ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης. Έκρινε επίσης ότι η πρώτη καθυστέρηση στην επανεξέταση – δυόμισι μήνες μετά την έκδοση του νέου διατάγματος αντί εντός διμήνου – δεν αρκούσε από μόνη της για να καταστήσει την κράτηση παράνομη.

Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο, δεν ήταν μόνο οι τυπικές επανεξετάσεις αλλά κατά πόσο οι αρχές εργάζονταν πραγματικά για την απομάκρυνση του κρατουμένου. Και εκεί εντοπίστηκε το κρίσιμο κενό.

Στην απόφαση σημειώνεται ότι ο αιτητής δεν διαθέτει ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία είναι αναγκαία για την απέλασή του. Παρ’ όλα αυτά, στις ένορκες δηλώσεις του κράτους δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη αναφορά σε ενέργειες για εξασφάλιση εγγράφων από τις αρχές της χώρας καταγωγής του ή σε άλλο πρακτικό βήμα προετοιμασίας της απομάκρυνσης. Αντίθετα, η θέση της διοίκησης περιοριζόταν σε γενικές διαβεβαιώσεις ότι δεν είχε εγκαταλειφθεί ο σκοπός της απέλασης.

Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης αναφορές που έγιναν μόνο στην αγόρευση της Νομικής Υπηρεσίας – όπως ότι η έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων θα ήταν πρόωρη ή άσκοπη όσο εκκρεμεί προσφυγή – υπενθυμίζοντας τη βασική αρχή ότι οι ισχυρισμοί δικηγόρου δεν αποτελούν αποδεικτική μαρτυρία.

Στο τελικό του συμπέρασμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αλλοδαπός τελούσε υπό κράτηση για περισσότερο από δέκα μήνες, χωρίς να υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της εκκρεμούς προσφυγής του και χωρίς να αποδεικνύεται λογική προοπτική απομάκρυνσής του σε σύντομο χρόνο. Εάν συνεχιζόταν η κράτηση, ανέφερε, αυτή θα παρατεινόταν επ’ αόριστον.

Για τον λόγο αυτό έκανε δεκτή την αίτηση Habeas Corpus και διέταξε τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας να τον αφήσουν αμέσως ελεύθερο.

Παράλληλα, επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα υπέρ του αιτητή και σε βάρος του κράτους, πλέον ΦΠΑ όπου εφαρμόζεται.