Παράνομη κρίθηκε η ανάκληση υπηκοότητας επιχειρηματία από την ΚΔ
Σε μια απόφαση με ιδιαίτερη νομική και πολιτική βαρύτητα, το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας για στέρηση της κυπριακής υπηκοότητας από τον επιχειρηματία Anubhav Aggarwal, κρίνοντας ότι η διοίκηση ενήργησε παράνομα, χωρίς επαρκή έρευνα, με εσφαλμένα δεδομένα και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
Η υπόθεση αφορά μία από τις πλέον χαρακτηριστικές δικαστικές ανατροπές αποφάσεων αποστέρησης υπηκοότητας που λήφθηκαν στο πλαίσιο του απόηχου του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος
Η απόφαση εκδόθηκε στις 27 Απριλίου 2026 από τη Δικαστή Α. Ζερβού στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 1247/2024 και θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επανακαθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Δημοκρατία μπορεί να προχωρεί σε αποστέρηση υπηκοότητας, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου επικαλείται παραπλάνηση ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πολιτογράφηση. Τον αιτητή εκπροσώπησε ο νομικός Σίμος Αγγελίδης, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Ο αιτητής είχε αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα το 2016 μέσω κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησης, στη βάση των τότε διατάξεων του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, ως αλλοδαπός επενδυτής. Την ίδια ημέρα υπηκοότητα απέκτησε και η σύζυγός του ως μέλος οικογένειας επενδυτή, ενώ μεταγενέστερα το παιδί τους απέκτησε επίσης κυπριακή ιδιότητα ως τέκνο Κυπρίων πολιτών. Η υπόθεση του αιτητή τέθηκε ξανά υπό εξέταση μετά τη σύσταση της Ερευνητικής Επιτροπής για τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις, γνωστής ευρύτερα ως Επιτροπή Νικολάτου.
Η εν λόγω Επιτροπή είχε εισηγηθεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο αποστέρησης της υπηκοότητας του αιτητή. Βάσει αυτής της εισήγησης, ο Υπουργός Εσωτερικών υπέβαλε πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο το 2021, υποστηρίζοντας ότι ο αιτητής είχε αποκτήσει την υπηκοότητα με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε ότι δεν αποκάλυψε σχέση του με την εταιρεία ARK Imports Private Limited στην Ινδία, καθώς και δήθεν εμπλοκή του σε ποινικές διαδικασίες για οικονομικό σκάνδαλο. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποδέχθηκε την εισήγηση και αποφάσισε την αποστέρηση της υπηκοότητας τόσο του ιδίου όσο και των μελών της οικογένειάς του.
Κατόπιν, ο αιτητής προσέφυγε δικαστικά αλλά και ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας, στην οποία υπέβαλε πολυσέλιδο υπόμνημα με εκτενείς νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι ουδέποτε του παραχωρήθηκε δικαίωμα ακρόασης πριν την αρχική απόφαση, ότι η αίτησή του είχε εξεταστεί με τα κριτήρια που ίσχυαν το 2016 και όχι με μεταγενέστερες αυστηρότερες ρυθμίσεις, ότι δεν υπήρχε ποινική υπόθεση εναντίον του κατά τον ουσιώδη χρόνο της πολιτογράφησης και ότι η αφαίρεση της κυπριακής υπηκοότητας θα τον καθιστούσε ανιθαγενή, αφού είχε απωλέσει αυτομάτως την ινδική του υπηκοότητα.
Παρά ταύτα, η Ανεξάρτητη Επιτροπή συμφώνησε τελικά με την αποστέρηση, κρίνοντας ότι ο αιτητής απέκρυψε τη σχέση του με την εταιρεία και δεν ανέφερε εμπλοκή του σε διαδικασίες που προηγήθηκαν της αίτησης. Το Υπουργικό Συμβούλιο, τον Ιούνιο του 2024, επικύρωσε την προηγούμενη θέση του και εξουσιοδότησε τον Υπουργό Εσωτερικών να εκδώσει το τελικό διάταγμα αποστέρησης υπηκοότητας, το οποίο ακολούθησε τον Αύγουστο του ίδιου έτους.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, εξετάζοντας την υπόθεση, απέρριψε καταρχάς την προδικαστική ένσταση της Δημοκρατίας ότι επρόκειτο δήθεν για κυβερνητική πράξη μη ελεγχόμενη δικαστικά. Αντίθετα, έκρινε ότι πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη, πλήρως υποκείμενη σε αναθεωρητικό έλεγχο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιβεβαιώνει ότι αποφάσεις αποστέρησης υπηκοότητας δεν παραμένουν στο απυρόβλητο του δικαστικού ελέγχου.
Στην ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο εντόπισε διαδοχικές πλημμέλειες. Πρώτον, σημείωσε ότι η αρχική Ερευνητική Επιτροπή δεν είχε εισηγηθεί αποστέρηση υπηκοότητας, αλλά μόνο εξέταση ενός τέτοιου ενδεχομένου. Παρ’ όλα αυτά, το Υπουργικό Συμβούλιο έλαβε την απόφαση χωρίς οποιαδήποτε επιπρόσθετη έρευνα και αργότερα την επιβεβαίωσε περιοριζόμενο ουσιαστικά στη γνώμη της Ανεξάρτητης Επιτροπής. Με άλλα λόγια, η διοίκηση δεν διερεύνησε αυτοτελώς και εις βάθος τα πραγματικά περιστατικά πριν προχωρήσει σε ένα εξαιρετικά επαχθές μέτρο.
Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα του αιτητή να απευθυνθεί στην Ανεξάρτητη Επιτροπή του παραχωρήθηκε μόνο τυπικά και όχι ουσιαστικά. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, παρά το εκτενές υπόμνημα της υπεράσπισης, η Επιτροπή δεν αντιπαρέβαλε ούτε αξιολόγησε πραγματικά όσα τέθηκαν ενώπιόν της. Δεν εξέτασε επαρκώς ούτε τις απαντήσεις του αιτητή στα καταλογιζόμενα ούτε τη σοβαρή συνέπεια που θα είχε η αποστέρηση της υπηκοότητας.
Τρίτον, το Δικαστήριο διαπίστωσε πλάνη περί τα πράγματα. Η διοίκηση υιοθέτησε τη θέση ότι ο αιτητής είχε αποκρύψει εμπλοκή σε ποινική δικαστική διαδικασία που προηγήθηκε της αίτησης πολιτογράφησης. Ωστόσο, από τα στοιχεία δεν φαινόταν να είχε καταχωριστεί οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του ενώπιον ποινικού δικαστηρίου πριν ή κατά τον χρόνο της αίτησης. Συνεπώς, το βασικό πραγματικό θεμέλιο της διοικητικής κρίσης κρίθηκε ατεκμηρίωτο. Το Δικαστήριο τόνισε ότι μια απλή αναφορά σε έρευνα ή πληροφορία από βάση δεδομένων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ποινική δικαστική διαδικασία.
Η σοβαρότερη όμως πλημμέλεια, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ήταν η πλήρης παράλειψη εξέτασης του ζητήματος της ανιθαγένειας. Ο αιτητής είχε εγείρει ρητώς ότι, με την πολιτογράφησή του στην Κύπρο, απώλεσε την ινδική υπηκοότητα και δεν είχε δυνατότητα ανάκτησής της. Παρά ταύτα, ούτε το Υπουργικό Συμβούλιο ούτε η Ανεξάρτητη Επιτροπή εξέτασαν αυτό το στοιχείο, ούτε αξιολόγησαν κατά πόσον η αποστέρηση ήταν αναλογική υπό το φως των συνεπειών που θα είχε. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διοίκηση όφειλε να σταθμίσει τις διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Δημοκρατίας πριν καταλήξει σε τόσο δραστικό μέτρο.
Στο πλαίσιο αυτό, έγινε ειδική αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στην υπόθεση Rottmann κατά Bayern, όπου κρίθηκε ότι τα κράτη μέλη διατηρούν μεν αρμοδιότητα στα ζητήματα ιθαγένειας, όταν όμως επηρεάζεται η ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται αυστηρός έλεγχος αναλογικότητας. Πρέπει να συνεκτιμώνται η βαρύτητα της παράβασης, ο χρόνος που έχει παρέλθει και η δυνατότητα ανάκτησης προηγούμενης ιθαγένειας. Το κυπριακό Δικαστήριο επισήμανε ότι τέτοια στάθμιση απουσίαζε ολοκληρωτικά στην παρούσα περίπτωση.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε τόσο την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου όσο και το σχετικό διάταγμα αποστέρησης υπηκοότητας. Παράλληλα επιδίκασε υπέρ του αιτητή δικαστικά έξοδα ύψους €2.000 πλέον ΦΠΑ.










