Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Δεν εκδίδεται στην Ουκρανία καταζητούμενος – Διέφυγε το 2018 στην Κύπρο
Δεν εκδίδεται στην Ουκρανία καταζητούμενος – Διέφυγε το 2018 στην Κύπρο

Δεν εκδίδεται στην Ουκρανία καταζητούμενος – Διέφυγε το 2018 στην Κύπρο

Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έβαλε τέλος στην προσπάθεια των ουκρανικών αρχών να εξασφαλίσουν την έκδοση Ουκρανού υπηκόου που ζει τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο.

Παρά τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει στην πατρίδα του, το κυπριακό δικαστήριο έκρινε ότι η παράδοσή του δεν μπορούσε να διαταχθεί, καθώς η διαδικασία χαρακτηρίστηκε από αδικαιολόγητη πολυετή καθυστέρηση, ενώ διαπιστώθηκαν και ουσιώδεις ελλείψεις στα έγγραφα που συνόδευαν το αίτημα έκδοσης.

Η υπόθεση αφορούσε δύο ιδιαίτερα σοβαρά οικονομικά αδικήματα. Το πρώτο σχετιζόταν με φερόμενη συμμετοχή σε οργανωμένο σχέδιο υπεξαίρεσης περιουσίας κρατικής υπηρεσίας της Ουκρανίας, με ζημιά που υπολογίστηκε περίπου στα 9 εκατομμύρια ευρώ. Το δεύτερο αφορούσε οργάνωση και συντονισμό κατάχρησης εξουσίας από κρατικούς αξιωματούχους προς ίδιο όφελος ή όφελος τρίτων, υπόθεση από την οποία προέκυψε πρόσθετη ζημιά δεκάδων εκατομμυρίων ουκρανικών γρίβνα.

Ο εκζητούμενος εγκατέλειψε νόμιμα την Ουκρανία στις 15 Νοεμβρίου 2017 μέσω του αεροδρομίου της Οδησσού. Το 2018 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, όπου διέμενε νόμιμα μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης. Από τα μέσα του 2022 στην Κύπρο μετέβησαν και η σύζυγός του με τα δύο ανήλικα παιδιά τους, τα οποία εγγράφηκαν και φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο στη Λεμεσό. Στο μεταξύ, στην Ουκρανία είχε εκδοθεί στις 9 Οκτωβρίου 2018 απόφαση του Δικαστηρίου Solomyansky του Κιέβου για προσωρινή κράτησή του για 48 ώρες από τη στιγμή που θα παραδιδόταν στις ουκρανικές αρχές.

Παρά το γεγονός ότι οι ουκρανικές αρχές είχαν κινηθεί ήδη από το 2019 με αίτημα προς την Κυπριακή Δημοκρατία για τη σύλληψη και έκδοσή του, η υπόθεση παρέμεινε ουσιαστικά ανενεργή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακολούθησε νέο αίτημα το 2021, συνοδευόμενο από διαβεβαιώσεις ότι θα διασφαλίζονταν τα δικαιώματά του, μεταξύ αυτών το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης. Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία στην Κύπρο ενεργοποιήθηκε τελικά μόλις το 2023. Στις 12 Ιουνίου εκείνου του έτους εκδόθηκε κυπριακό ένταλμα σύλληψης και ο άνδρας συνελήφθη στις 3 Ιουλίου 2023, οπότε παρουσιάστηκε αυθημερόν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους.

Σύμφωνα με το υλικό που προσκόμισαν οι ουκρανικές αρχές, ο εκζητούμενος φερόταν να διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε μηχανισμό διαφθοράς στην κρατική εταιρεία. Παρότι δεν κατείχε επίσημη θέση στην εταιρεία, φερόταν ως πρόσωπο εμπιστοσύνης του τότε προέδρου της και, κατά τον ισχυρισμό των αρχών, είχε αναλάβει να εντοπίσει πρόσωπα που θα τοποθετούνταν σε καίριες θέσεις στην επιτροπή προσφορών, να αποκτήσει πρόσβαση σε εμπιστευτικά οικονομικά στοιχεία και να διαπραγματεύεται με εργολάβους την καταβολή παράνομων ωφελημάτων με αντάλλαγμα την κατακύρωση δημοσίων έργων.

Η ουκρανική πλευρά υποστήριξε ότι, μέσω αυτής της μεθόδευσης, δύο συμβάσεις για έργα εκβάθυνσης λιμανιών κατακυρώθηκαν σε τιμές κατά 40% υψηλότερες από την πραγματική τους αξία, προκαλώντας ζημιά σχεδόν 248 εκατομμυρίων γρίβνα. Στη δεύτερη υπόθεση, ο ίδιος φερόταν να είχε οργανώσει νέο σχέδιο υπερκοστολόγησης έργου ανοικοδόμησης αγκυροβολίου στην Οδησσό, μέσω τεχνητά διογκωμένων μισθώσεων πλοίου και δαπανών εργασίας, με ζημιά άνω των 21 εκατομμυρίων γρίβνα.

Ο ίδιος αρνήθηκε πλήρως κάθε εμπλοκή. Ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου υποστήριξε ότι δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον χώρο των συμβουλευτικών υπηρεσιών και ότι, όταν ξέσπασαν ανταγωνισμοί γύρω από μεγάλα έργα εκβάθυνσης λιμανιών, άρχισε να δέχεται σοβαρές απειλές. Ανέφερε ότι αναγκάστηκε να προσλάβει ιδιωτική ασφάλεια και τελικά να εγκαταλείψει την Ουκρανία για λόγους ασφαλείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, παρά τις έρευνες που διενεργούνταν στην κατοικία και στους χώρους εργασίας του, ουδέποτε είχε αποκτήσει επίσημα την ιδιότητα υπόπτου πριν φύγει από τη χώρα, ούτε του είχαν επιδοθεί νόμιμα έγγραφα.

Κατά τη θέση του, οι ουκρανικές αρχές γνώριζαν απολύτως ότι βρισκόταν στην Κύπρο, αλλά συνέχιζαν να επιχειρούν επιδόσεις εγγράφων στην παλαιά του διεύθυνση στην Ουκρανία ή μέσω της συζύγου του. Προέβαλε ακόμη ισχυρισμούς για κακές συνθήκες κράτησης στην Ουκρανία, κινδύνους από τις εχθροπραξίες και αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα δίκαιης δίκης.

Το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι όταν εγκατέλειψε την Ουκρανία το 2017 δεν είχε ακόμη αποκτήσει καθεστώς υπόπτου και ότι δεν εκκρεμούσε τότε ενεργή ποινική διαδικασία εις βάρος του. Δέχθηκε επίσης ότι προηγήθηκαν δύο απορριπτικές αποφάσεις ουκρανικών δικαστηρίων προτού τελικά εκδοθεί το ένταλμα του 2018. Αντίθετα, απέρριψε ως ανεπαρκώς τεκμηριωμένους τους ισχυρισμούς περί πολιτικής δίωξης και δεν πείστηκε ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα αποκλειστικά λόγω απειλών κατά της ζωής του. Παράλληλα, δεν διαπίστωσε ότι είχε αποδειχθεί κίνδυνος παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ή ότι θα κρατείτο αναγκαστικά υπό απάνθρωπες συνθήκες.

Το καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, ήταν η τεράστια καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα επίδικα γεγονότα ανάγονταν στην περίοδο 2015-2016 και οι έρευνες είχαν ξεκινήσει τουλάχιστον από το 2016. Παρά ταύτα, το ουκρανικό ένταλμα εκδόθηκε το 2018, το πρώτο αίτημα έκδοσης στάλθηκε το 2019, νέο αίτημα ακολούθησε το 2021 και η διαδικασία στην Κύπρο κινήθηκε ουσιαστικά μόλις το 2023. Για τα πολυετή αυτά κενά δεν δόθηκε καμία πειστική εξήγηση.

Το δικαστήριο επισήμανε ότι ο εκζητούμενος δεν ευθυνόταν για την καθυστέρηση, καθώς είχε αναχωρήσει νόμιμα, διέμενε φανερά στην Κύπρο και η παρουσία του ήταν γνωστή στις ουκρανικές αρχές. Στο μεταξύ, είχε οικοδομήσει νέα ζωή στη χώρα, με σταθερή οικογενειακή παρουσία, εργασία και ανήλικα παιδιά εγκατεστημένα εδώ. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίθηκε ότι η έκδοσή του σχεδόν μία δεκαετία μετά τα φερόμενα αδικήματα θα αποτελούσε άδικο και καταπιεστικό μέτρο.

Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε έφεση, προβάλλοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα. Υποστήριξε ότι υπήρχε επαρκές ένταλμα σύλληψης και για το δεύτερο αδίκημα, ότι το ζήτημα της καθυστέρησης δεν τέθηκε ορθά από την υπεράσπιση και ότι λανθασμένα αποδόθηκε αδράνεια στις κυπριακές αρχές.

Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης. Έκρινε ότι για το δεύτερο αδίκημα πράγματι δεν είχε προσκομιστεί το απαιτούμενο ένταλμα σύλληψης ή ισοδύναμο δικαστικό έγγραφο, όπως επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης. Επιπλέον, συμφώνησε απολύτως με την πρωτόδικη διαπίστωση ότι υπήρξε συνολικά υπέρμετρη, ανεξήγητη και μη αποδοτέα στον εκζητούμενο καθυστέρηση, η οποία νομιμοποιούσε την απόρριψη της έκδοσης.

Το Εφετείο τόνισε ότι οι εύλογες προσδοκίες ζωής που δημιούργησε ο άνθρωπος αυτός στην Κύπρο θα ανατρέπονταν πλήρως εάν εκδιδόταν το 2025 για γεγονότα που ανάγονταν στο 2015 και 2016. Με βάση αυτό το σκεπτικό, αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση.

Ο ίδιος ο εκζητούμενος είχε καταχωρίσει και αντέφεση, επιμένοντας ότι το δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί πως στην Ουκρανία θα αντιμετώπιζε προβλήματα δίκαιης δίκης και κινδύνους ως προς τις συνθήκες κράτησης. Το Εφετείο έκρινε ότι, αφού ήδη επικύρωνε την απόφαση μη έκδοσης, δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει περαιτέρω αυτά τα ζητήματα και απέρριψε και την αντέφεση.

Πηγή: Sigmalive

Send this to a friend