Το Εφετείο επικύρωσε την κράτηση ενός άνδρα μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 2026, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της απόπειρας φόνου της συμβίας του και βίας κατά του ανήλικου παιδιού της
Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση για κράτηση μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 2026 άνδρα, ο οποίος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας αντιμετωπίζοντας σειρά σοβαρών κατηγοριών, μεταξύ των οποίων η απόπειρα φόνου της συμβίας του, η πρόκληση τραυματισμού με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, η παράνομη στέρηση της ελευθερίας της, η επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, οι απειλές κατά της ζωής της, καθώς και η άσκηση βίας εναντίον του ανήλικου παιδιού της και ψυχολογικής βίας εναντίον της ίδιας.
Παράλληλα, το Εφετείο έκανε δεκτό μέρος της έφεσης του κατηγορουμένου, ακυρώνοντας το σκέλος της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την κράτησή του λόγω κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Έκρινε ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούσαν τη διαπίστωση ότι υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, πέραν μιας θεωρητικής και αόριστης πιθανολόγησης.
Η κράτηση του άνδρα, ωστόσο, παραμένει σε ισχύ λόγω του κινδύνου φυγοδικίας, καθώς το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή ως προς τη συγκεκριμένη βάση και απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης.
Οι σοβαρές κατηγορίες και το αίτημα κράτησης
Σύμφωνα με την απόφαση, ο άνδρας παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας αντιμετωπίζοντας αριθμό κατηγοριών που σχετίζονται με καταγγελλόμενη βία σε βάρος της συμβίας του και του ανήλικου παιδιού της.
Το παραπέμπον Δικαστήριο όρισε την 23η Οκτωβρίου 2026 ως ημερομηνία εμφάνισής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου και εξέτασε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτησή του μέχρι τότε. Το αίτημα στηρίχθηκε σε τρεις λόγους: τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί στη δίκη, τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων.
Προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε μαρτυρικό υλικό σχετικά με όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο από την παραπονούμενη και άλλα πρόσωπα. Παράλληλα, το Δικαστήριο εξέτασε τις προσωπικές του περιστάσεις, καθώς και τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Αποφάσισε, ωστόσο, την κράτησή του στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε την απόφαση με έφεση, αμφισβητώντας και τις δύο αυτές διαπιστώσεις.
Η θέση της υπεράσπισης και οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης
Η υπεράσπιση υποστήριξε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη είχε αναφέρει σε καταθέσεις και δηλώσεις της πως δεν διατηρούσε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου και δεν επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον του. Επικαλέστηκε, επίσης, τη μη κατάθεση από πλευράς του ανήλικου παιδιού της, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του άνδρα, οι οποίες, κατά τη θέση της, καταδείκνυαν ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο.
Στο πλαίσιο της έφεσης, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η στάση της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με την άρνησή της να προωθήσει την υπόθεση, αποδυνάμωνε τη βάση για την κράτησή του. Το Εφετείο, ωστόσο, διαχώρισε το ζήτημα αυτό από την αξιολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας, επισημαίνοντας ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονταν στις καταθέσεις της δεν είχαν ανακληθεί.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η παραπονούμενη είχε περιγράψει με λεπτομέρεια όσα ισχυρίστηκε ότι συνέβησαν, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι δεν είχε δεχθεί επίθεση, ότι δεν επιθυμούσε τη δίωξη του κατηγορουμένου και ότι δεν είχε παράπονο εναντίον του.
Το Εφετείο έκρινε ότι η αξιολόγηση των διαφορετικών αυτών θέσεων και η τελική κρίση επί της αξιοπιστίας και της ουσίας της μαρτυρίας αποτελούν ζητήματα που θα εξεταστούν κατά τη δίκη και όχι στο πλαίσιο της διαδικασίας για την κράτηση.
Γιατί απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί κινδύνου φυγοδικίας
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε εσφαλμένα την κράτησή του λόγω κινδύνου μη προσέλευσής του στη δίκη, προβαίνοντας, κατά τη θέση του, σε λανθασμένη εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού και σε ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση.
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, αναφέροντας ότι ζει στην Κύπρο τα τελευταία 24 χρόνια, από την ηλικία των πέντε ετών, όταν έφθασε στο νησί μαζί με τη μητέρα του. Φοίτησε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και αποφοίτησε από λύκειο, ενώ μιλά άπταιστα ελληνικά.
Μετά τον θάνατο της μητέρας του, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετήθηκε από τη θεία του, η οποία επίσης διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Δεν διατηρεί σχέσεις με τον πατέρα του, ο οποίος κατοικεί μόνιμα στη Ρωσία.
Επιπρόσθετα, εργάζεται ως υδραυλικός και ο εργοδότης του τού είχε προσφέρει ιδιόκτητο διαμέρισμα στη Λευκωσία, προκειμένου να μετακομίσει από την κατοικία όπου διέμενε με την παραπονούμενη. Η υπεράσπιση ανέφερε ότι, σε περίπτωση που αφηνόταν ελεύθερος, θα επέστρεφε στην εργασία του.
Το Εφετείο εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά, αλλά κατέληξε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αξιολογήσει ορθά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης και την πιθανότητα καταδίκης, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιόν του.
Οι συγκεκριμένοι παράγοντες αποτελούν, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στην απόφαση, βασικά αντικειμενικά κριτήρια για την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας.
Το Εφετείο υπογράμμισε, παράλληλα, ότι η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο δεν αποκλείει αυτομάτως τον κίνδυνο μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο οι προσωπικές του περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά σε ενδεχόμενη απόπειρα διαφυγής από τη δικαιοσύνη.
Στην απόφαση γίνεται αναφορά στη νομολογία σύμφωνα με την οποία ακόμη και οι ισχυροί δεσμοί με μια χώρα δεν αποτελούν από μόνοι τους ασπίδα έναντι της κράτησης, καθώς πρέπει να συνεκτιμώνται με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης.
Το Εφετείο έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ήταν αρκετές για να υπερφαλαγγίσουν τον κίνδυνο μη προσέλευσής του στη δίκη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η παρουσία του στο Κακουργιοδικείο μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο μέσω της κράτησής του.
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως αβάσιμος και η κράτηση στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας επικυρώθηκε.
Το Εφετείο ακύρωσε την κράτηση λόγω κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων
Διαφορετική ήταν η κατάληξη ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορούσε τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν αναπτύχθηκε ουσιαστικά από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την επιχειρηματολογία της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι τα στοιχεία που εξετάστηκαν δεν επαρκούσαν για να δικαιολογήσουν την κράτηση του κατηγορουμένου για τον συγκεκριμένο σκοπό.
Το Εφετείο διαπίστωσε, εξετάζοντας τα πρακτικά της διαδικασίας, ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων, παρότι είχε περιληφθεί αρχικά στους λόγους του αιτήματος κράτησης, δεν αναπτύχθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την παρουσίαση της υπόθεσης. Όταν το ζήτημα τέθηκε μεταγενέστερα από την υπεράσπιση, προβλήθηκε η θέση ότι η παραπονούμενη ενδεχομένως να δεχόταν απειλές ώστε να μην προωθήσει το παράπονό της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βασίσει τη σχετική κρίση του στη στάση της παραπονούμενης, η οποία αρχικά περιέγραψε λεπτομερώς τα περιστατικά που κατήγγειλε και στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είχε δεχθεί επίθεση και ότι δεν επιθυμούσε τη δίωξη του κατηγορουμένου. Είχε, επίσης, λάβει υπόψη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία, κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας, η παραπονούμενη έλαβε μήνυμα από τον κατηγορούμενο με το οποίο την καλούσε να επιστρέψει στο σπίτι, ενώ ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την κατοικία.
Το Εφετείο έκρινε, ωστόσο, ότι τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούσαν για να τεκμηριώσουν πραγματική πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων.
«Δεν αρκεί η θεωρητική και αόριστη πιθανολόγηση»
Στο σκεπτικό της απόφασης, το Εφετείο διευκρινίζει ότι για τη διαπίστωση κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων δεν απαιτείται να αποδειχθεί εκ των προτέρων ότι ο κατηγορούμενος θα επιχειρήσει να επηρεάσει συγκεκριμένο μάρτυρα. Απαιτείται, όμως, να υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι, οι οποίοι να στηρίζονται στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και να δικαιολογούν την εκτίμηση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
Όπως επισημαίνεται, η σχετική κρίση δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικές υποθέσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν σε κάθε υπόθεση παρόμοιας φύσης.
«Τέτοια πιθανολόγηση θα πρέπει να βρίσκει έρεισμα στις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης», αναφέρει το Εφετείο, προσθέτοντας ότι διαφορετικά θα μπορούσε σε κάθε αντίστοιχη υπόθεση να θεωρείται δυνητικά υπαρκτός ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.
Οι δικαστές έκριναν ότι, πέραν μιας θεωρητικής και αόριστης πιθανολόγησης, δεν υπήρχε ενώπιόν τους στοιχείο που να καθιστούσε τον συγκεκριμένο κίνδυνο επαρκώς τεκμηριωμένο.
Ειδικότερα, η στάση της παραπονούμενης, από μόνη της, δεν μπορούσε να στηρίξει τέτοια διαπίστωση. Ούτε το μήνυμα που φέρεται να της απέστειλε ο κατηγορούμενος, ενημερώνοντάς την για την αποχώρησή του από την κατοικία, θεωρήθηκε ότι υποστήριζε το συμπέρασμα πως υπήρχε κίνδυνος επηρεασμού της ή άλλων μαρτύρων.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη διαπίστωση δεν δικαιολογούνταν από τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι ήταν αναγκαία η παρέμβασή του για την ακύρωση του συγκεκριμένου σκέλους της απόφασης.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης έγινε δεκτός και η κράτηση στη βάση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων ακυρώθηκε.
Η κράτηση παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 23 Οκτωβρίου
Παρά την αποδοχή του δεύτερου λόγου έφεσης, η συνολική έκβαση δεν οδήγησε στην αποφυλάκιση του κατηγορουμένου. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση είναι αυτοτελείς και ότι η διαπίστωση πως δεν τεκμηριώνεται ένας από αυτούς δεν αναιρεί κατ’ ανάγκην την κράτηση, εφόσον συντρέχει άλλος νόμιμος λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος φυγοδικίας κρίθηκε επαρκής για να διατηρηθεί το μέτρο της κράτησης. Έτσι, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης, αποδέχθηκε τον δεύτερο και ακύρωσε μόνο το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων.
Η απόφαση καταλήγει με την επικύρωση της κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 2026, ημερομηνία κατά την οποία έχει οριστεί η εμφάνισή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.







