Εφετείο: Επικύρωσε την καταδίκη άνδρα σε έξι χρόνια φυλάκισης για κατοχή ναρκωτικών, απορρίπτοντας την έφεση του κατά της απόφασης και της ποινής
Την καταδίκη άνδρα σε έξι χρόνια φυλάκισης για κατοχή πέραν του ενός κιλού φυτικής ύλης εμποτισμένης με συνθετικές ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα, επικύρωσε το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση που είχε καταχωρίσει τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής του.
Η υπόθεση αφορά τον εντοπισμό, στις 5 Ιουλίου 2016, μεγάλης ποσότητας φυτικής ύλης με συνθετικές ναρκωτικές ουσίες σε διαμέρισμα που ο καταδικασθείς είχε ενοικιάσει. Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν 1 κιλό και 117,1 γραμμάρια φυτικής ύλης στην οποία είχαν προστεθεί οι ουσίες 5F-AMB και FUB-AMB, καθώς και επιπλέον 5,7 γραμμάρια φυτικής ύλης με τις ουσίες AB-FUBINACA και FUB-AMB.
Το Κακουργιοδικείο Λάρνακας είχε κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, επιβάλλοντάς του έξι χρόνια φυλάκισης για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και έξι μήνες φυλάκισης για την παράνομη κατοχή της μικρότερης ποσότητας. Για την κατηγορία της κατοχής της μεγάλης ποσότητας δεν επιβλήθηκε ξεχωριστή ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονταν στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν, ενώ αποφασίστηκε να συνυπολογιστεί ο χρόνος που ο καταδικασθείς είχε παραμείνει υπό προφυλάκιση.
Τα ευρήματα στο διαμέρισμα και το γενετικό υλικό
Σύμφωνα με τα γεγονότα που αποδέχθηκε το Κακουργιοδικείο, ο άνδρας είχε ενοικιάσει το διαμέρισμα το 2014, με μηνιαίο ενοίκιο €300, το οποίο καταβαλλόταν μέχρι τον Απρίλιο του 2016. Ακολούθως, λόγω μη καταβολής των ενοικίων, ο ιδιοκτήτης μετέβη στο διαμέρισμα στις 5 Ιουλίου 2016 για να αλλάξει την κλειδαριά.
Κατά την είσοδό του, εντόπισε στο καθιστικό αλουμινένιους δίσκους που περιείχαν ξηρή φυτική ύλη, καθώς και ηλεκτρονική ζυγαριά στον πάγκο της κουζίνας. Υποψιαζόμενος ότι επρόκειτο για ναρκωτικά, ειδοποίησε την Αστυνομία και στο σημείο έσπευσαν μέλη της ΥΚΑΝ, τα οποία διενήργησαν έρευνα με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Κατά την έρευνα παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια, τα οποία υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας και στο Γενικό Χημείο του Κράτους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στα αποτελέσματα των γενετικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ειδικού, γενετικό υλικό του κατηγορουμένου ταυτοποιήθηκε σε μάσκα, καθώς και στο εσωτερικό δεξιού και αριστερού γαντιού που είχαν εντοπιστεί στο διαμέρισμα. Στα γάντια εντοπίστηκαν, επίσης, ίχνη φυτικής ύλης με ναρκωτικές ουσίες.
Επιπλέον, στο διαμέρισμα βρέθηκε κουτί που περιείχε 2.000 μαύρα σακούλια, ενώ η απόδειξη παράδοσης του δέματος από την εταιρεία DHL ήταν εκδομένη στο όνομα του κατηγορουμένου.
Το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης, αποδείκνυαν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών και είχε την κατοχή τους.
Υποστήριξε ότι δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα
Ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών, υποστηρίζοντας ότι δεν διέμενε πλέον στο διαμέρισμα και ότι είχε παραδώσει τα κλειδιά στον αδελφό του. Η υπεράσπισή του προέβαλε, επίσης, ότι βρισκόταν στην Αγγλία κατά την επίδικη περίοδο.
Το Εφετείο, εξετάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, έκρινε ότι ο καταδικασθείς επιχειρούσε να στηρίξει τα επιχειρήματά του σε ισχυρισμούς που είχαν ήδη απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως διαπιστώθηκε, το Κακουργιοδικείο είχε αξιολογήσει λεπτομερώς τη μαρτυρία και είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε αναξιόπιστη τόσο τη δική του εκδοχή όσο και εκείνη των δύο μαρτύρων υπεράσπισης.
Στην απόφασή του, το Εφετείο παρέθεσε το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι η ανεύρεση των ναρκωτικών στο διαμέρισμα, η ταυτοποίηση του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου στα τεκμήρια και ο εντοπισμός των σακουλιών που είχαν παραδοθεί στο όνομά του οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε αποδείξει την κατοχή των ναρκωτικών.
Το Εφετείο δεν εντόπισε οποιοδήποτε σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ή στα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου και έκρινε αβάσιμο τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης.
Απορρίφθηκε και το αίτημα για πραγματογνώμονα
Ο καταδικασθείς υποστήριξε, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει μαρτυρία πραγματογνώμονα σε θέματα πληροφορικής, ο οποίος θα εξέταζε φωτογραφίες που είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια, με στόχο να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός ότι βρισκόταν στην Αγγλία κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η υπεράσπιση είχε ενημερώσει το Δικαστήριο ότι επιθυμούσε να καλέσει ακόμη έναν μάρτυρα, ωστόσο τα πρόσωπα που είχαν προσεγγιστεί δεν αποδέχθηκαν να καταθέσουν. Ζητήθηκε, ως εκ τούτου, αναβολή για την εξεύρεση κατάλληλου πραγματογνώμονα, αίτημα το οποίο δεν εγκρίθηκε.
Το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση για μη παραχώρηση αναβολής δεν ήταν εσφαλμένη. Σημείωσε, παράλληλα, ότι το Κακουργιοδικείο είχε εξετάσει τις φωτογραφίες και τον ισχυρισμό περί απουσίας του κατηγορουμένου από την Κύπρο, δίνοντάς του την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του στο πλαίσιο της υπόλοιπης μαρτυρίας.
Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος στερήθηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ή ότι επηρεάστηκε δυσμενώς από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Δεν κρίθηκε υπερβολική η ποινή
Ο καταδικασθείς αμφισβήτησε, επίσης, το ύψος των ποινών, χαρακτηρίζοντάς τες υπερβολικές και νομικά εσφαλμένες. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, καθώς και το γεγονός ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων χωρίς να διαπράξει νέα αδικήματα.
Το Εφετείο διαπίστωσε ότι το Κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του καταδικασθέντος, καθώς και το γεγονός ότι ήταν πατέρας ανήλικου παιδιού. Είχε, επίσης, συνεκτιμήσει τις πιθανές επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένειά του, μεταξύ άλλων και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε η σύζυγός του για να τον επισκέπτεται στις φυλακές.
Ωστόσο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υποδείξει ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής, καθώς προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και η προστασία του κοινωνικού συνόλου.
Σε σχέση με την πάροδο του χρόνου, το Εφετείο επισήμανε ότι το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης είχε σημειωθεί πριν από τη σύλληψη του καταδικασθέντος, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουνίου 2021, όταν παρουσιάστηκε στο οδόφραγμα Δερύνειας με σκοπό να μεταβεί στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, το οποίο είχε εκδοθεί στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Το Εφετείο έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο είχε εξετάσει όλα τα σχετικά δεδομένα, είχε εξατομικεύσει την ποινή και είχε αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα στα ελαφρυντικά στοιχεία. Παράλληλα, έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών για αποτροπή παρόμοιων πράξεων.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε αβάσιμους όλους τους λόγους έφεσης, τόσο αυτούς που αφορούσαν την καταδίκη όσο και εκείνους που αφορούσαν τις ποινές.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε.







