Λεμεσός: «Ο ντελιβεράς εξαφανίστηκε μετά την επίθεση – Είναι λυπηρό» (βίντεο)
Την ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα για την προστασία των διανομέων, αλλά και να δοθούν στη δημοσιότητα στοιχεία για την εξέλιξη των υποθέσεων επιθέσεων εναντίον τους, ανέδειξε ο Γενικός Γραμματέας της Συντεχνίας Ξενοδοχοϋπαλλήλων της ΠΕΟ (ΣΥΞΚΑ), Νεόφυτος Τιμινής.
Μιλώντας με αφορμή τα πρόσφατα περιστατικά, ο κ. Τιμινής υποστήριξε ότι ο πραγματικός αριθμός των επιθέσεων σε διανομείς ενδέχεται να είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που καταγράφεται επίσημα, καθώς, όπως ανέφερε, αρκετοί εργαζόμενοι δεν προχωρούν σε καταγγελίες στην Αστυνομία.
«Υπάρχουν άλλα τόσα, τα οποία δεν είναι καταγεγραμμένα», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι στην περίπτωση συγκεκριμένου διανομέα, ο οποίος, όπως είπε, «έχει εξαφανιστεί» για κάποιους λόγους, ενδεχομένως να υπάρχει φόβος να απευθυνθεί στις Αρχές.
Ο Γενικός Γραμματέας της ΣΥΞΚΑ εξέφρασε παράλληλα την απογοήτευσή του για τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα, υποστηρίζοντας ότι η Αστυνομία έχει περιοριστεί σε εξαγγελίες και ενημερώσεις προς τους οδηγούς.
«Δυστυχώς, η Αστυνομία είχε μείνει σε κάποιες εξαγγελίες και κάποιες ενημερώσεις που γίνονται προς τους οδηγούς. Δεν είδαμε περισσότερα μέτρα. Απλές συστάσεις», ανέφερε.
Σε παρέμβαση του δημοσιογράφου ότι έχουν υπάρξει καταδίκες προσώπων που επιτέθηκαν σε διανομείς, ο κ. Τιμινής απάντησε ότι η συντεχνία δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι υποθέσεις έχουν προχωρήσει πέρα από τις καταγγελίες και τις καταθέσεις.
«Έχουμε υπόψη μας ότι στα προηγούμενα περιστατικά που αναφέρθηκα είχαν γίνει συλλήψεις, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά κανένας δεν μας έδωσε στοιχεία μέχρι σήμερα που να καταδεικνύουν ότι, πέραν από τις καταγγελίες και τις καταθέσεις, έχουν προχωρήσει στα δικαστήρια», είπε.
«Δεν έχουμε αυτά τα στοιχεία. Και η Αστυνομία, ακριβώς επιπρόσθετα από τα μέτρα που πρέπει να πάρει, πρέπει να μας δώσει και στοιχεία τα οποία να μας πουν ακριβώς τι έγινε. Για να σταματήσουν να εμφανίζονται κάποιοι και να νομίζουν ότι θα παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους», πρόσθεσε.
Ο κ. Τιμινής χαρακτήρισε ιδιαίτερα λυπηρά τα πρόσφατα περιστατικά, υπογραμμίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιθέσεις εναντίον διανομέων ενδέχεται να συνδέονται είτε με απόπειρες ληστείας είτε με ρατσιστικά κίνητρα.
«Είναι λυπηρά αυτά που είδαμε αυτές τις τελευταίες ώρες. Είναι πολύ λυπηρό για μια κοινωνία, μια κυπριακή κοινωνία. Έχουμε καταλάβει γιατί συμβαίνει όλο αυτό. Πολλές φορές μπορεί να είναι πιτσιρικάδες, νεαροί, οι οποίοι στήνουν ενέδρες στους διανομείς. Είναι για να τους ληστέψουν, είναι ρατσιστικά τα κίνητρα», ανέφερε.
Αναφερόμενος ειδικότερα στο πρόσφατο περιστατικό, ο Γενικός Γραμματέας της ΣΥΞΚΑ υποστήριξε ότι, με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, δεν προέκυπτε ζήτημα ληστείας.
«Χθες δεν υπήρχε καμία περίπτωση ούτε ληστείας ούτε οτιδήποτε. Ήταν ένα ποδήλατο, το οποίο, όπως το είδαμε και σύμφωνα με τη μαρτυρία που υπάρχει, ο διανομέας βρισκόταν στη δεξιά πλευρά, μέσα σε ένα στενό διάδρομο, και τον έριξαν κάτω. Ο διανομέας προσπάθησε να πιάσει το ποδήλατό του», είπε.
Όπως εξήγησε, το ποδήλατο αποτελεί βασικό εργαλείο εργασίας για έναν διανομέα και η προστασία του είναι ουσιαστικής σημασίας για τον ίδιο.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο δημοσιογράφος ανέφερε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες είχε προηγηθεί τροχαία παράβαση από πλευράς του διανομέα και διαπληκτισμός μεταξύ των δύο πλευρών, γεγονός που φέρεται να οδήγησε στην επίθεση.
Ο κ. Τιμινής απάντησε ότι κανένα τέτοιο περιστατικό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βία.
«Δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικαιολογία, ακόμη και να του άγγιξε και το αυτοκίνητο. Για όνομα του Θεού, αυτά τα φαινόμενα να προσπαθούμε να βρούμε ελαφρυντικά για αυτούς τους δύο, οι οποίοι πρέπει να καταδικαστούν», ανέφερε.
Σε σχέση με τη θέση της Αστυνομίας ότι στο συγκεκριμένο περιστατικό δεν προκύπτει ρατσιστικό κίνητρο, ο κ. Τιμινής ανέφερε ότι έχει ακούσει τις σχετικές δηλώσεις των αρμοδίων, ωστόσο επέμεινε στη σοβαρότητα της επίθεσης.
«Εγώ άκουσα, με όλο τον σεβασμό, τους συγκεκριμένους υπεύθυνους της Αστυνομίας και άλλους σταθμούς, οι οποίοι δήλωσαν ξεκάθαρα ότι τον έριξαν κάτω από το ποδήλατο και έτρεξαν οι δύο να χτυπήσουν έναν αδύναμο, ουσιαστικά, εργαζόμενο, ο οποίος βρισκόταν σε στάση άμυνας για να προστατεύσει την περιουσία του», είπε.
«Κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου», τόνισε.
Ο κ. Τιμινής αναφέρθηκε ακόμη στις εξαγγελίες που είχαν γίνει μετά τα προηγούμενα περιστατικά επιθέσεων, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα επαρκής ενημέρωση για την πορεία των υποθέσεων.
Παράλληλα, έθεσε ζήτημα εφαρμογής του λεγόμενου «red code» ή συστήματος SOS για την άμεση ειδοποίηση σε περίπτωση κινδύνου, το οποίο είχε ανακοινωθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
«Πριν, αμέσως μετά τα περιστατικά των επιθέσεων των ακροδεξιών και οτιδήποτε άλλων, πέραν του ότι δεν είδαμε και δεν ακούσαμε τι έγινε, αν προσάχθηκαν κατηγορίες, αν θα οδηγηθούν στο δικαστήριο ή όχι για αυτούς τους συγκεκριμένους, να θυμίσω ότι ο κ. Υπουργός Δικαιοσύνης είχε πει τις επόμενες μέρες ότι οι εταιρείες θα εφαρμόσουν το red code, εκείνο το SOS», ανέφερε.
Όπως υποστήριξε, ωστόσο, η εφαρμογή του συγκεκριμένου συστήματος δεν έχει προχωρήσει στον βαθμό που είχε εξαγγελθεί.
«Μην ανοίξετε την εξαγγελία του Υπουργείου, διότι είναι η γνώση μας ότι, πρώτον, μία εταιρεία εφαρμόζει ήδη, από τις τρεις μεγάλες εταιρείες που υπάρχουν, το σύστημα στους δικούς της εργαζόμενους», είπε.
Κατά τον κ. Τιμινή, η εξαγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης αποτέλεσε περισσότερο παρότρυνση προς τις εταιρείες παρά μια συγκεκριμένη οδηγία που θα τις υποχρέωνε να εφαρμόσουν το σύστημα.
«Η εξαγγελία του κυρίου Υπουργού ήταν παρότρυνση προς τις εταιρείες και όχι οποιαδήποτε οδηγία η οποία, είτε μέσω κινήτρων είτε οτιδήποτε άλλο, να τους υποχρεώνει να εφαρμόσουν αυτό το σύστημα», σημείωσε.
Καταλήγοντας, ο Γενικός Γραμματέας της ΣΥΞΚΑ χαρακτήρισε σοβαρή και στενάχωρη την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, τονίζοντας ότι αναμένει να διαπιστωθεί στην πράξη η περαιτέρω εξέλιξη των υποθέσεων και τα μέτρα που θα ληφθούν.
«Είναι πολύ σοβαρό, είναι σίγουρα στενάχωρο τα όσα έχουμε δει», ανέφερε, ενώ εξέφρασε την ικανοποίησή του για την ταχύτητα με την οποία, σύμφωνα με την ενημέρωση που υπήρξε, κινήθηκε η Αστυνομία στην τελευταία υπόθεση και εντόπισε τους δύο φερόμενους ως δράστες.
«Κρατάμε αυτό και αναμένουμε, όπως έχω πει, να δούμε πώς θα εξελιχθεί η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης», κατέληξε.







