Παίρνουν πίσω 20 χρόνια μετά αποζημίωση σε εργάτη που τραυματίστηκε στο λιμάνι
Το Εφετείο ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχαν επιδικαστεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις σε λιμενεργάτη, ο οποίος τραυματίστηκε κατά την εκφόρτωση πλοίου στο λιμάνι Λεμεσού το 2006, κρίνοντας ότι η αγωγή είχε καταχωριστεί εκπρόθεσμα και έπρεπε να ανασταλεί λόγω παραγραφής.
Το ατύχημα σημειώθηκε στις 29 Ιουνίου 2006, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2009, δηλαδή μετά την παρέλευση τριετίας. Η υπόθεση είχε αρχικά καταχωριστεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου, και στη συνέχεια παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει υπεύθυνη την εφεσείουσα εταιρεία, θεωρώντας ότι ενεργούσε ως πράκτορας του πλοίου και ότι είχε την ευθύνη για τη διοργάνωση της εκφόρτωσης. Είχε, ως εκ τούτου, επιδικάσει αποζημιώσεις στον τραυματία.
Απορρίφθηκαν οι ενστάσεις για τη δικαιοδοσία
Το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης που αφορούσαν τη δικαιοδοσία. Έκρινε ότι, με βάση τα όσα αναφέρονταν στο δικόγραφο του τραυματία, η υπόθεση αφορούσε ναυτική υπόθεση και μπορούσε να καταχωριστεί στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου.
Συγκεκριμένα, στην Αναφορά αναφερόταν ότι η εταιρεία είχε την ευθύνη της εκφόρτωσης του πλοίου, ενώ είχε επίσης τον έλεγχο και την κατοχή του πλοίου. Το Εφετείο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά αρκούσαν ώστε η αξίωση να εμπίπτει στη ναυτική δικαιοδοσία.
Παράλληλα, απορρίφθηκε και η θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας επειδή το ποσό της αξίωσης υπερέβαινε τις €85.000. Το Εφετείο έκρινε ότι, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση που του είχε παραπεμφθεί.
Το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής
Το σημείο που τελικά έκρινε την τύχη της αγωγής ήταν η παραγραφή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι εφαρμοζόταν το αγγλικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο για αξιώσεις λόγω σωματικών βλαβών προβλεπόταν τριετής περίοδος παραγραφής. Ωστόσο, είχε αποφασίσει να μην αναστείλει την αγωγή, θεωρώντας ότι η εταιρεία είχε αδρανήσει και δεν είχε εγείρει το ζήτημα στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας.
Η εταιρεία είχε, ωστόσο, θέσει το ζήτημα της παραγραφής ήδη από τα δικόγραφά της. Στη συνέχεια υπέβαλε και ενδιάμεση αίτηση για την εξέτασή του, ενώ το ζήτημα επανήλθε και κατά την τελική αγόρευση.
Το Εφετείο έκρινε ότι η «αδράνεια» που αποδόθηκε στην εταιρεία από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τεκμηριωνόταν από τα γεγονότα, αλλά ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε εγκατάλειψη του δικαιώματός της να επικαλεστεί την παραγραφή.
Δεν αποδείχθηκε διακοπή της παραγραφής
Ο τραυματίας είχε υποστηρίξει ότι πριν από την επίδικη αγωγή είχε καταχωρίσει άλλη αγωγή, στις 6 Ιουνίου 2008, για το ίδιο ατύχημα και τις ίδιες σωματικές βλάβες. Η προηγούμενη αγωγή, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, αποσύρθηκε στις 31 Νοεμβρίου 2009, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι ο χρόνος παραγραφής είχε διακοπεί.
Ωστόσο, το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν είχαν δικογραφηθεί στην Αναφορά του τραυματία ούτε είχαν παρουσιαστεί τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία κατά την κύρια δίκη.
Μάλιστα, παρά τις παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Εφεσίβλητος δεν επιδίωξε τροποποίηση της δικογραφίας του ώστε να εντάξει τους σχετικούς ισχυρισμούς, ούτε παρουσίασε μαρτυρία που να αποδεικνύει τη διακοπή της παραγραφής. Ως αποτέλεσμα, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε το απαιτούμενο πραγματικό υπόβαθρο για να θεωρηθεί ότι η παραγραφή είχε διακοπεί.
Η απόφαση του Εφετείου
Το Εφετείο κατέληξε ότι η πρωτόδικη κρίση πως η υποτιθέμενη αδράνεια της εταιρείας την εμπόδιζε να ζητήσει αναστολή της αγωγής λόγω παραγραφής ήταν εσφαλμένη. Ο σχετικός λόγος έφεσης έγινε δεκτός και, ως αποτέλεσμα, η έφεση επιτεύχθηκε.
Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με απόφαση αναστολής της αγωγής. Παράλληλα, τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάστηκαν υπέρ της εφεσείουσας εταιρείας και εναντίον του τραυματία, ενώ για την έφεση επιδικάστηκαν επιπλέον €4.000 πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, υπέρ της εταιρείας.
Το Εφετείο, πάντως, ολοκληρώνοντας την απόφασή του, εξέφρασε τη λύπη του για την κατάληξη της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στον παραμερισμό της απόφασης με την οποία είχαν επιδικαστεί αποζημιώσεις δεν αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το ατύχημα ούτε τις βλάβες που υπέστη ο τραυματίας, αλλά διαδικαστικά και νομικά ζητήματα.







