Home ΛΑΡΝΑΚΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ «Όχι» του Δικαστηρίου στην ακύρωση εντάλματος για το επεισόδιο στη Λάρνακα
«Όχι» του Δικαστηρίου στην ακύρωση εντάλματος για το επεισόδιο στη Λάρνακα

«Όχι» του Δικαστηρίου στην ακύρωση εντάλματος για το επεισόδιο στη Λάρνακα

Απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η αίτηση προσώπου για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης αίτησης με στόχο την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του σε σχέση με σοβαρό επεισόδιο που σημειώθηκε στη Λάρνακα στις 31 Ιουλίου 2026.

Ο αιτητής επιδίωκε την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari, ζητώντας ουσιαστικά την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την 1η Αυγούστου.

Το ένταλμα είχε εκδοθεί στο πλαίσιο διερεύνησης σειράς αδικημάτων, μεταξύ των οποίων εγκατάλειψη του τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις, επίθεση εναντίον αστυνομικού και εσκεμμένη παρεμπόδιση αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Εναντίον του διερευνώνται επίσης αδικήματα που αφορούν την παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού, οδήγηση χωρίς άδεια, οδήγηση χωρίς προστατευτικό κράνος και οδήγηση μοτοσυκλέτας χωρίς πινακίδα εγγραφής.

Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το περιστατικό σημειώθηκε γύρω στις 7:35 το βράδυ της 31ης Ιουλίου, όταν δύο μέλη της Ομάδας Ζ της Τροχαίας Λάρνακας βρίσκονταν στην οδό Άγκυρας για τροχονομικό έλεγχο.

Οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν δύο μοτοσυκλέτες τύπου σκούτερ, μεγάλου κυβισμού και σκούρου χρώματος, οι οδηγοί των οποίων δεν φορούσαν προστατευτικά κράνη.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, αστυνομικός έκανε σήμα στους δύο οδηγούς να σταματήσουν, ωστόσο κανένας δεν συμμορφώθηκε. Ο ένας από τους δύο οδηγούς φέρεται να εισήλθε στο πεζοδρόμιο και να εγκατέλειψε το σημείο.

Ο οδηγός της δεύτερης μοτοσυκλέτας, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε ως ο αιτητής, φέρεται να επιτάχυνε απότομα και να πραγματοποίησε ελιγμούς, περνώντας από την αριστερή πλευρά προπορευόμενων οχημάτων.

Παρά τα νέα σήματα των αστυνομικών για να σταματήσει, ο οδηγός φέρεται να συνέχισε την πορεία του και, σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, επιτάχυνε απότομα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μετωπικά με έναν από τους αστυνομικούς.

Ο αστυνομικός δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί από τον δρόμο και έπεσε στο έδαφος, ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέτας φέρεται να συνέχισε την πορεία του προς την οδό Πιαλέ Πασά χωρίς να σταματήσει.

Το περιστατικό, σύμφωνα με την απόφαση, εκτυλίχθηκε μπροστά σε πλήθος κόσμου.

Ο τραυματίας αστυνομικός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση στον καρπό και στον αριστερό αστράγαλο, ενώ δόθηκαν οδηγίες για περαιτέρω εξετάσεις.

Οι Αρχές αναζήτησαν τον ύποπτο στη δηλωμένη διεύθυνση διαμονής του, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στη συνέχεια ζητήθηκε η έκδοση εντάλματος σύλληψης, μεταξύ άλλων για σκοπούς αποφυγής ενδεχόμενου επηρεασμού μαρτυρίας και προστασίας πιθανών τεκμηρίων της υπόθεσης.

Το κατώτερο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τη μαρτυρία και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, έκρινε ότι υπήρχε εύλογη υπόνοια για εμπλοκή του αιτητή στα υπό διερεύνηση αδικήματα και ότι η έκδοση του εντάλματος σύλληψης ήταν αναγκαία, ανάλογη και επιθυμητή υπό τις περιστάσεις.

Η πλευρά του αιτητή υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το ένταλμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου.

Βασική θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η αναφορά στην ένορκη δήλωση πως ο οδηγός της μοτοσυκλέτας «αναγνωρίστηκε ως ο ύποπτος» ήταν, όπως υποστηρίχθηκε, γενική και συμπερασματική, χωρίς να παρουσιάζεται το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο που να τεκμηριώνει την αναγνώριση.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν υιοθέτησε τη θέση αυτή.

Στην απόφασή του υπενθύμισε ότι στο στάδιο έκδοσης εντάλματος σύλληψης δεν εξετάζεται η υπόθεση με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται κατά την τελική αξιολόγηση της μαρτυρίας σε μια ποινική δίκη.

Όπως σημειώνεται, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον υπάρχουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη των αδικημάτων.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το απαιτούμενο επίπεδο για τη στοιχειοθέτηση εύλογης υπόνοιας είναι περιορισμένο και ότι δεν απαιτείται, στο συγκεκριμένο στάδιο, η πλήρης αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας.

Εξετάζοντας τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έκρινε ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν επαρκή για να ξεπεραστεί το απαιτούμενο κατώφλι της εύλογης υπόνοιας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, γεγονός που, όπως σημειώνεται στην απόφαση, επέτρεπε την παρατήρηση των χαρακτηριστικών του.

Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τη στενή επαφή που, σύμφωνα με τα γεγονότα, υπήρξε μεταξύ του οδηγού και των αστυνομικών κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, καθώς και το γεγονός ότι η Αστυνομία φέρεται να αναζήτησε τον αιτητή στη δηλωμένη διεύθυνση διαμονής του πριν απευθυνθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση του εντάλματος.

Υπό αυτά τα δεδομένα, κρίθηκε ότι η αναφορά περί αναγνώρισης του υπόπτου δεν μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια αόριστη ή συμπερασματική αναφορά, όπως υποστήριζε η πλευρά του αιτητή.

Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εύλογα συνέδεσε τον αιτητή με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων και ότι υπήρχε επαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης.

Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν είχε καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί την παροχή άδειας για την προώθηση της διαδικασίας ακύρωσης του εντάλματος.

Η αίτηση απορρίφθηκε, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.