Λαγοκέφαλος: Από θαλάσσια απειλή σε πολύτιμη πρώτη ύλη για την Υγεία
Από την παραγωγή κολλαγόνου και την αναγεννητική ιατρική έως τις εφαρμογές στην κοσμετολογία, η έρευνα της καθηγήτριας του ΕΜΠ Μαγδαληνής Κροκίδα εξετάζει πώς ένα από τα πιο επιβλαβή εισβολικά είδη της Μεσογείου μπορεί να αποκτήσει χρησιμότητα, στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας και της προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Μάλιστα, το ίδιο ψάρι που έχει εξελιχθεί σε απειλή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα της Μεσογείου κρύβει συστατικά που ανοίγουν ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο αξιοποίησης.
Από τη βιομάζα του μπορούν να παραχθούν βιοδραστικά πεπτίδια, για τα οποία έχουν αναφερθεί ιδιότητες που σχετίζονται με την προστασία του κολλαγόνου και την αναστολή ορισμένων ενζύμων που συνδέονται με τη γήρανση του δέρματος, προσελκύοντας το ενδιαφέρον της βιομηχανίας καλλυντικών.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται και η ίδια η ουσία που κάνει τον λαγοκέφαλο τόσο επικίνδυνο, η οποία χρησιμοποιείται ερευνητικά στη νευροβιολογία, στην ανάπτυξη νέων αναλγητικών και σε πειραματικές αντικαρκινικές θεραπείες.
Ο λαγοκέφαλος, που ειδικά τους τελευταίους μήνες έχει αποκτήσει σταθερή θέση στην ειδησεογραφία λόγω της εξάπλωσής του στις ελληνικές θάλασσες και των κινδύνων που σχετίζονται με την παρουσία του, είναι ένα είδος που συνδέεται με πολλές από τις νέες πιέσεις που δέχεται η Μεσόγειος.
«Είναι εντυπωσιακό ότι η τετροδοτοξίνη είναι ίσως το πιο πολύτιμο προϊόν που μπορεί να παραληφθεί από τον λαγοκέφαλο. Σε υπερκαθαρή μορφή χρησιμοποιείται ερευνητικά στη νευροβιολογία, στην ανάπτυξη νέων αναλγητικών, σε πειραματικές αντικαρκινικές θεραπείες».
Έχει εξαπλωθεί με εντυπωσιακή ταχύτητα, καταστρέφει δίχτυα και αλιεύματα και πιέζει τους γηγενείς θαλάσσιους πληθυσμούς. Παράλληλα, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ερευνητικής προσπάθειας που εξετάζει αν ένα εισβολικό είδος που διαταράσσει την οικολογική ισορροπία μπορεί, με αυστηρές προϋποθέσεις ασφαλείας, να μετατραπεί σε πρώτη ύλη για μη διατροφικές χρήσεις υψηλής αξίας.
Η ουσία που κάνει τον λαγοκέφαλο επικίνδυνο και ταυτόχρονα πολύτιμο για την έρευνα
Η ίδια όμως ουσία που τον καθιστά επικίνδυνο είναι και η «μαγική» ουσία για την επιστήμη. Ποια είναι; Η τετροδοτοξίνη, η εξαιρετικά ισχυρή νευροτοξίνη που περιέχει το ψάρι και η οποία, όταν απομονώνεται και καθαρίζεται βάσει αυστηρών πρωτοκόλλων, παρουσιάζει σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Και αυτή δεν είναι η μόνη δυνατότητα αξιοποίησης: το δέρμα, τα οστά, οι πρωτεΐνες και άλλα συστατικά του ανοίγουν ένα ευρύτερο πεδίο, από τα καλλυντικά και το κολλαγόνο έως την αναγεννητική ιατρική.
Στο Εργαστήριο Σχεδιασμού και Ανάλυσης Διεργασιών της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ, με επικεφαλής την καθηγήτρια Μαγδαληνή Κροκίδα, η ερευνητική ομάδα μελετά εδώ και χρόνια ακριβώς αυτήν τη δυνατότητα. «Με συστηματική έρευνα, εδώ και μερικά χρόνια, έχουμε αναπτύξει τεχνολογίες αξιοποίησης διαφόρων συστατικών του, όπως της πρωτεΐνης, της επιδερμίδας, ακόμη και του δηλητηρίου του, ως συστατικού κατάλληλου για διάφορες εφαρμογές στη βιομηχανία καλλυντικών και προϊόντων αισθητικής», εξηγεί η κ. Κροκίδα, σημειώνοντας ότι «διερευνώνται καινοτόμες μέθοδοι διαχείρισης και αξιοποίησης των αλιευμάτων για μη διατροφικές χρήσεις, πάντοτε με αυστηρά μέτρα ασφαλείας λόγω της τοξικότητάς τους».
Όπως εξηγεί η κ. Κροκίδα, στις εργαστηριακές διεργασίες που μελετώνται για την αξιοποίηση της βιομάζας και των βιοδραστικών συστατικών του λαγοκέφαλου, μετά την απομάκρυνση των ιδιαίτερα τοξικών περιοχών –εντόσθια, ράχη κ.λπ.–, η υπόλοιπη βιομάζα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή πρωτεϊνικών υδρολυμάτων, ώστε με ενζυμική υδρόλυση να παραχθούν πεπτίδια, αμινοξέα και πρωτεϊνικά συμπυκνώματα με δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν ως ζωοτροφές, όπου επιτρέπεται, λιπάσματα, αλλά και ως πρώτη ύλη βιοτεχνολογικών διεργασιών και καλλυντικών.
«Η μεγαλύτερη, όμως, ερευνητική δραστηριότητα αφορά την παραγωγή βιοδραστικών πεπτιδίων, για τα οποία έχουν αναφερθεί ιδιότητες όπως αντιοξειδωτική δράση, αντιφλεγμονώδης δράση, αντιμικροβιακή δράση, προστασία του κολλαγόνου, αναστολή ορισμένων ενζύμων που σχετίζονται με τη γήρανση του δέρματος. Εξαιτίας μάλιστα του παραπάνω συνδυασμού ιδιοτήτων, υπάρχει ενδιαφέρον από τη βιομηχανία καλλυντικών», λέει η ίδια.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σημεία της έρευνας είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο: η ουσία που κάνει τον λαγοκέφαλο επικίνδυνο, τον καθιστά ταυτόχρονα πολύτιμο για την έρευνα. «Είναι εντυπωσιακό ότι η τετροδοτοξίνη είναι ίσως το πιο πολύτιμο προϊόν που μπορεί να παραληφθεί από τον λαγοκέφαλο. Σε υπερκαθαρή μορφή χρησιμοποιείται ερευνητικά στη νευροβιολογία, στην ανάπτυξη νέων αναλγητικών, σε πειραματικές αντικαρκινικές θεραπείες. Η τιμή της καθαρής τετροδοτοξίνης για ερευνητική χρήση είναι εξαιρετικά υψηλή, γεγονός που καθιστά την ανάκτησή της οικονομικά ενδιαφέρουσα, αν και απαιτεί εξειδικευμένες υποδομές», μας λέει.
Η κ. Κροκίδα αναφέρει ακόμη ορισμένες εφαρμογές «απλώς για να φανεί το εύρος των δυνατοτήτων για κάτι που όλοι το θεωρούν “άλυτο πρόβλημα”».
Το δέρμα και τα οστά του λαγοκέφαλου αποτελούν εξαιρετική πηγή κολλαγόνου και ζελατίνης. Το θαλάσσιο κολλαγόνο παρουσιάζει σημαντική ζήτηση επειδή απορροφάται εύκολα, χρησιμοποιείται σε αντιγηραντικές κρέμες, σε επιθέματα τραυμάτων, στην αναγεννητική ιατρική και είναι αποδεκτό από πληθυσμούς οι οποίοι, λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, δεν επιθυμούν το χοιρινό ή βόειο κολλαγόνο. Και προσθέτει: «Η τοξίνη δεν δεσμεύεται στο ίδιο το κολλαγόνο, αλλά απαιτούνται αυστηρά πρωτόκολλα καθαρισμού και αναλυτικοί έλεγχοι ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης απομάκρυνσή της».

Από τον λαγοκέφαλο μπορεί επίσης να εξαχθεί έλαιο που περιέχει ω-3 λιπαρά οξέα και φωσφολιπίδια. Μπορεί επίσης να παραχθεί χιτοζάνη, αν και ο λαγοκέφαλος δεν διαθέτει εξωσκελετό όπως τα καρκινοειδή. Η κ. Κροκίδα σημειώνει ακόμη ότι μπορούν να αξιοποιηθούν και υπολείμματα της επεξεργασίας του.
Ένας εισβολέας που αλλάζει τις ισορροπίες της Μεσογείου
Η δυνατότητα αξιοποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή αφορά ένα εισβολικό είδος που έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου. Η κ. Κροκίδα εντάσσει τις μελέτες αυτές στην ευρύτερη έρευνα για την αξιοποίηση των εισβολικών ειδών, ψαριών δηλαδή που έχουν εισέλθει από το Σουέζ στη Μεσόγειο –φαινόμενο που είναι γνωστό ως Λεσσεψιανή μετανάστευση– και τα οποία «προξενούν μεγάλη ζημιά στο οικοσύστημα επειδή καταστρέφουν και εκτοπίζουν τους υπάρχοντες πληθυσμούς, ενώ, μη έχοντας εχθρούς, πολλαπλασιάζονται και επεκτείνονται ανεμπόδιστα».
Ο λαγοκέφαλος είναι το κλασικό παράδειγμα, λέει η κ. Κροκίδα, «που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα εισβολικού θαλάσσιου είδους στη Μεσόγειο. Η παρουσία του στις ελληνικές θάλασσες έχει αλλάξει τις ισορροπίες των παράκτιων οικοσυστημάτων και έχει δημιουργήσει σημαντικά οικολογικά και οικονομικά προβλήματα. Επειδή είναι ισχυρά δηλητηριώδες ψάρι, δεν μπορεί να καταναλωθεί, επομένως δεν έχει εμπορική αξία και δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την αλίευσή του».
Για την προέλευση και την εγκατάσταση του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες, η καθηγήτρια μιλά επιγραμματικά, καθώς πρόκειται για θέματα που έχουν συζητηθεί ευρέως: «Οι πρώτες καταγραφές στη Μεσόγειο έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και μέσα σε λίγα χρόνια εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και σχεδόν σε όλες τις ελληνικές θάλασσες: Κρήτη, Κυκλάδες, Πελοπόννησο, ακόμη και στο Ιόνιο Πέλαγος, με μικρότερη παρουσία στο Βόρειο Αιγαίο. Η εξάπλωσή του θεωρείται από τις ταχύτερες που έχουν παρατηρηθεί για θαλάσσιο εισβολικό είδος».
Και προσθέτει: «Ο λαγοκέφαλος είναι ιδιαίτερα επιθετικός θηρευτής, κυνηγώντας ψάρια, κεφαλόποδα, καρκινοειδή και οστρακοειδή. Με τα ιδιόμορφα και πανίσχυρα δόντια του μπορεί να σπάει ακόμη και τα κελύφη αχινών και οστράκων. Έτσι, προκαλεί μείωση πληθυσμών τοπικών ειδών, ενώ παραβλάπτει την αλιεία και με άμεσο τρόπο, καταστρέφοντας δίχτυα και άλλα εργαλεία, καθώς επίσης επιτιθέμενος στα αλιεύματα, μειώνοντας έτσι την εμπορική τους αξία».

Η κλιματική αλλαγή στην εξίσωση
Η εξάπλωση ενός θερμόφιλου εισβολικού είδους δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις μεταβολές που συντελούνται στη Μεσόγειο. Η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας μεταβάλλει σταδιακά τις συνθήκες των οικοσυστημάτων και δημιουργεί ευνοϊκότερο περιβάλλον για είδη με τροπική προέλευση. Γι’ αυτό η κ. Κροκίδα επιμένει ότι στην ανάλυση του φαινομένου πρέπει να συνυπολογιστεί και η κλιματική αλλαγή, ως παράγοντας που ευνόησε την εξάπλωση του λαγοκέφαλου και μας φέρνει, όπως λέει, ενώπιον των ευθυνών μας για αυτή την ανησυχητική κατάσταση.
«Πράγματι, η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας της Μεσογείου εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη (global warming) συνέβαλε σημαντικά στην επιβίωση και την επιτυχή αναπαραγωγή του, με συνέπεια την ταχύτερη εξάπλωσή του προς δυσμάς και βορρά. Η περιοχή της Μεσογείου θερμαίνεται με ρυθμό 20% ταχύτερο από ό,τι ο υπόλοιπος πλανήτης. H θερμοκρασία της θάλασσας αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, ενώ θεαματικά ανεβαίνει και η στάθμη της», λέει.
Ως αξιοσημείωτο και παράλληλα άκρως ανησυχητικό γεγονός περιγράφει το ρεκόρ του Αυγούστου του 2024: «Είναι αξιοσημείωτο ότι τον Αύγουστο του 2024 σημειώθηκε ρεκόρ όλων των εποχών –από τότε που έχουμε επίσημα στοιχεία της θερμοκρασίας της Μεσογείου–, με τη μέση θερμοκρασία της θάλασσας να φτάνει τους 28,15 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή μοιάζει περισσότερο με τις τροπικές περιοχές που αποτελούν τον φυσικό βιότοπο του λαγοκέφαλου».
Αναφέρει επίσης ότι «ένα από τα βασικά στοιχεία που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση του προβλήματος της εξάπλωσης του λαγοκέφαλου είναι το γεγονός ότι έχει πολύ λίγους φυσικούς εχθρούς, όπως η μεσογειακή φώκια, μεγάλοι καρχαρίες, ορισμένα δελφίνια, που όμως και πάλι δεν κυνηγούν συστηματικά τον λαγοκέφαλο και, κατά συνέπεια, δεν προσφέρουν λύση στον αποτελεσματικό έλεγχο του πληθυσμού του».
Η φιλοσοφία πίσω από την έρευνα: από το γραμμικό μοντέλο στην κυκλική οικονομία
Η ίδια η καθηγήτρια συνδέει αυτή την ερευνητική κατεύθυνση με τα πρώτα της βήματα στην επιστήμη και με μια περίοδο κατά την οποία, όπως λέει, υπήρχε ακόμη ο απόηχος μιας εποχής με εντατική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, άκριτη κατασπατάληση ενέργειας, ανεξέλεγκτη ρύπανση των νερών, του αέρα και του εδάφους, ξέφρενη μεγιστοποίηση του ρυθμού παραγωγής για να ακολουθήσει μια καταναλωτική μανία.
«Ζούσαμε ακόμη στο γραμμικό οικονομικό μοντέλο, που βασιζόταν στην παραλαβή πρώτων υλών από τον πρωτογενή τομέα, την επεξεργασία τους και μεταποίηση στον δευτερογενή και τη διανομή των προϊόντων στην κατανάλωση, μια αλυσίδα που δημιουργούσε κρίσεις, γενικευμένη ρύπανση, τεράστιους όγκους αποβλήτων προς περαιτέρω διαχείριση και πολλά άλλα δεινά. Η παγκόσμια κοινωνία έλαβε πολλά μηνύματα, άκουσε να ηχούν οι σειρήνες του συναγερμού, αφουγκράστηκε τους κινδύνους που διαγράφονταν ολέθριοι για τον πλανήτη μας. Και έτσι, διαπλάστηκε και υιοθετήθηκε η στρατηγική της κυκλικής οικονομίας, δηλαδή ένα μοντέλο οργάνωσης που διασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη, στοχεύοντας στην αριστοποιημένη κατανάλωση πρώτων υλών, στην αύξηση του χρόνου λειτουργίας των προϊόντων και στη μεγιστοποίηση της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης, καθώς και της ανάκτησης ενέργειας και υλικών», σχολιάζει. Και προσθέτει:
«Με αυτά τα βιώματα, αυτές τις επιδράσεις και τα μηνύματα, οργάνωσα κι εγώ την έρευνά μου, σε τομείς που πίστεψα ότι υπηρετούν αυτή την παγκόσμια εγρήγορση και κινητοποίηση».
Αξιοποιώντας την πλούσια ερευνητική εμπειρία που έχει συσσωρευτεί στο Εργαστήριό τους όσον αφορά τον τομέα των διεργασιών, αλλά και τον καινοτόμο εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, που δημιουργήθηκε χάρη στη συστηματική δραστηριοποίηση σε μεγάλα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, η ομάδα έχει ανταποκριθεί δυναμικά στις σημερινές προκλήσεις με πολύ καλές επιδόσεις στην περιβαλλοντική έρευνα.

Μια βασική ερευνητική κατεύθυνση, σύμφωνα και με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας, είναι η εξοικονόμηση πρώτων υλών, κυρίως από τον αγροδιατροφικό τομέα, με την απομόνωση και παραλαβή χρήσιμων συστατικών από παραπροϊόντα ή ακόμη και απόβλητα διεργασιών, για την περαιτέρω αξιοποίησή τους ως πρώτων υλών υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ο λαγοκέφαλος εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν τη λογική. Πρόκειται για ένα είδος που δημιουργεί σοβαρό οικολογικό και οικονομικό πρόβλημα, αλλά του οποίου η βιομάζα μπορεί να εξεταστεί ως πηγή συστατικών υψηλής αξίας, χωρίς να χάνεται από το επίκεντρο η ανάγκη ασφαλούς διαχείρισης της τοξικότητάς του.
Από την απομάκρυνση στην αξιοποίηση της βιομάζας
Μη έχοντας λοιπόν εμπορική αξία, ο λαγοκέφαλος δεν αποτελεί στόχο της αλίευσης και ο περιορισμός του πληθυσμού ή ακόμη η πλήρης εξάλειψή του θεωρείται πλέον πρακτικά αδύνατον να επιτευχθούν. Οι διαθέσιμες στρατηγικές που στοχεύουν στον περιορισμό των πληθυσμών περιλαμβάνουν στοχευμένη αλιεία, προγράμματα επιδότησης αλιέων για τη συλλογή λαγοκέφαλων, συνεχή παρακολούθηση της εξάπλωσης, ενημέρωση των πολιτών ώστε να αποφεύγεται η κατανάλωσή του και προστασία των γηγενών πληθυσμών μεγάλων θηρευτών, οι οποίοι ενδέχεται μακροπρόθεσμα να ασκήσουν μεγαλύτερη φυσική πίεση στο είδος.
Ακριβώς επειδή η πλήρης εξάλειψη θεωρείται πρακτικά αδύνατη και το είδος δεν διαθέτει εμπορική αξία που να δημιουργεί κίνητρο αλίευσης, η καθηγήτρια του ΕΜΠ υποστηρίζει ότι η αναζήτηση ασφαλών μη διατροφικών χρήσεων αποκτά διαφορετικό βάρος. Η απομάκρυνση του λαγοκέφαλου μπορεί να συνδεθεί με μια δεύτερη, κρίσιμη ερώτηση: πώς διαχειρίζεται κανείς τη βιομάζα που προκύπτει και αν είναι δυνατόν να ανακτήσει από αυτήν χρήσιμα συστατικά, χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια.

«Συμπερασματικά, η προσέγγιση που προωθείται σήμερα στην Ευρώπη είναι το μοντέλο του θαλάσσιου βιοδιυλιστηρίου (Marine Biorefinery), όπου από ένα εισβολικό είδος ανακτώνται διαδοχικά η τετροδοτοξίνη, πρωτεΐνες, βιοδραστικά πεπτίδια, κολλαγόνο, έλαια και ανόργανα στοιχεία, ενώ το τελικό υπόλειμμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή βιοενέργειας ή οργανικών λιπασμάτων. Έτσι, το είδος μετατρέπεται από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε πρώτη ύλη υψηλής προστιθέμενης αξίας», αναφέρει.
Αυτή η λογική οδηγεί και στο επόμενο βήμα της ερευνητικής προσπάθειας: το ερευνητικό πρόγραμμα Fishguard, ένα σχέδιο που επιχειρεί να συνδέσει τη διαχείριση των εισβολικών ειδών με την ενεργό συμμετοχή των αλιέων, την αποκατάσταση των οικοτόπων και την κυκλική αξιοποίηση της βιομάζας.
Fishguard: οι αλιείς στο επίκεντρο της διαχείρισης
Για την κ. Κροκίδα, μια καινοτομική αλλά και ρεαλιστική προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος των εισβολικών ειδών και ειδικότερα του λαγοκέφαλου στη Μεσόγειο είναι το ερευνητικό έργο Fishguard, για το οποίο επιδιώκεται χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Horizon Europe 2021-2027.
«Η ιδέα του Fishguard ξεκινά από τη διαπίστωση ότι οι ψαράδες είναι μεν οι πρώτοι που βιώνουν τις αλλαγές που προκαλούν τα ξενικά χωροκατακτητικά είδη στα θαλάσσια οικοσυστήματα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν συχνά να αντιμετωπίζονται ως απλοί θεατές και όχι ως ενεργοί διαχειριστές του θαλάσσιου περιβάλλοντος από το οποίο ζουν».
Η κ. Κροκίδα επισημαίνει ακόμη ότι το έργο που ετοιμάζουν αυτή την περίοδο, το Fishguard, θα μπορούσε οραματικά να χαρακτηριστεί ως ένα «Marine Invasive Species Biorefinery». Δηλαδή, αντί η βιομάζα του λαγοκέφαλου να οδηγείται απλώς σε ασφαλή διάθεση, να αναπτύσσεται μια ολοκληρωμένη αλυσίδα αξιοποίησης για την παραγωγή πρωτεϊνών, κολλαγόνου, βιοδραστικών πεπτιδίων και άλλων βιοπροϊόντων υψηλής αξίας, με παράλληλη ανάκτηση και ασφαλή διαχείριση της τετροδοτοξίνης.
«Πιστεύω ότι μια τέτοια προσέγγιση δίνει τεράστιες διεξόδους στα σημερινά πιεστικά προβλήματα και εναρμονίζεται πλήρως με τις προτεραιότητες της κυκλικής βιοοικονομίας, της γαλάζιας ανάπτυξης και της αξιοποίησης βιολογικών πόρων που προωθούνται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας και καινοτομίας, αλλά και για τις οποίες υπάρχει σήμερα επιτακτική ανάγκη. Το Fishguard έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, αναδεικνύοντας τους ψαράδες της Μεσογείου σε εκπαιδευμένους, αμειβόμενους και θεσμικά αναγνωρισμένους συνδιαχειριστές των θαλάσσιων οικοσυστημάτων», λέει.
Μας εξηγεί ότι το έργο θα δείξει στην πράξη πώς οι αλιείς, οι επιστήμονες, οι δημόσιες αρχές, οι φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, οι ειδικοί στην οικολογική αποκατάσταση, οι τοπικές επιχειρήσεις και οι φορείς της γαλάζιας βιοοικονομίας μπορούν να συνεργαστούν για να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά μοντέλα διαχείρισης του λαγοκέφαλου, αποκατάστασης των οικοτόπων, καθώς και κυκλικής αξιοποίησης της βιομάζας, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλιευτικών κοινοτήτων. «Από πλευράς καινοτομίας, το έργο συνδυάζει οικολογική, κοινωνική και θεσμική πρωτοτυπία, ενσωματώνοντας ουσιαστικά τους αλιείς στη διαχείριση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων».
Οι καινοτόμες πτυχές του Fishguard, όπως τις αναλύει η καθηγήτρια του ΕΜΠ, περιλαμβάνουν ανάπτυξη μοντέλων διαχείρισης με πρωταγωνιστικό ρόλο των αλιέων, που συνδυάζουν την τοπική οικολογική γνώση με την επιστημονική παρακολούθηση, συστήματα συνδιαχείρισης μέσω ενεργών εργαστηρίων (Living Labs), τα οποία λειτουργούν σε πραγματικές συνθήκες, ολοκληρωμένες προσεγγίσεις που συνδέουν την απομάκρυνση του λαγοκέφαλου με την αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων, λύσεις κυκλικής βιοοικονομίας για την ασφαλή διαχείριση και αξιοποίηση της βιομάζας αλλά και των βιοδραστικών συστατικών που μπορούν να παραληφθούν από τον λαγοκέφαλο, καθώς και ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης, συμβατά με τα ευρωπαϊκά συστήματα θαλάσσιων δεδομένων.
«Κεντρικός στόχος του είναι να αναπτύξει, να δοκιμάσει, να αξιολογήσει και να προωθήσει μοντέλα συνδιαχείρισης με πρωταγωνιστικό ρόλο των αλιέων, με σκοπό τον αποτελεσματικό έλεγχο του πληθυσμού του λαγοκέφαλου και των πλέον επιζήμιων χωροκατακτητικών ειδών, την αποκατάσταση ευάλωτων μεσογειακών οικοτόπων και την ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής ανθεκτικότητας των παράκτιων αλιευτικών κοινοτήτων», εξηγεί.
Από την έρευνα στη δημόσια πολιτική
Η συζήτηση για τον λαγοκέφαλο έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της διαπίστωσης στην εφαρμογή μέτρων διαχείρισης. Στις τέλη του περασμένου Ιουνίου, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενεργοποίησε πιλοτικό πρόγραμμα για τη διαχείριση του χωροκατακτητικού είδους, συνολικής δημόσιας δαπάνης 1,5 εκατ. ευρώ, με εφαρμογή στην Κρήτη και στο Νότιο Αιγαίο. Το πρόγραμμα προβλέπει στοχευμένη αλίευση με ενεργό συμμετοχή επαγγελματιών αλιέων, με αμοιβή που μπορεί να φτάσει έως τα 5,33 ευρώ ανά κιλό αλιευμένου λαγοκέφαλου, επιστημονική παρακολούθηση, καθώς και υποδομές για τη συλλογή, προσωρινή αποθήκευση, μεταφορά και διαχείριση των αλιευμένων ποσοτήτων.
Η δημόσια αυτή παρέμβαση αφορά πρωτίστως τον έλεγχο του πληθυσμού και τη στήριξη των αλιέων. Η έρευνα που γίνεται στα ελληνικά πανεπιστήμια μπορεί να προσθέσει ένα ακόμη κρίσιμο επίπεδο στη συζήτηση: τι μπορεί να ακολουθεί μετά την απομάκρυνση του είδους από τη θάλασσα. Η ασφαλής αξιοποίηση της βιομάζας, η ανάκτηση συστατικών υψηλής προστιθέμενης αξίας και η σύνδεσή τους με την κυκλική βιοοικονομία είναι πεδία που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στον σχεδιασμό μελλοντικών πολιτικών, πάντοτε με επιστημονική τεκμηρίωση και αυστηρά πρωτόκολλα ασφαλείας.
Στην περίπτωση του λαγοκέφαλου, άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι να εξωραϊστεί μια σοβαρή περιβαλλοντική απειλή, είναι να αντιμετωπιστεί με περισσότερα εργαλεία. Κι αν η στοχευμένη αλίευση, η παρακολούθηση και η συμμετοχή των αλιέων αποτελούν το πρώτο βήμα, η έρευνα του ΕΜΠ δείχνει ότι η διαχείριση μπορεί να εξετάζει και το επόμενο: πώς ένα επικίνδυνο εισβολικό είδος, αφού απομακρυνθεί με ασφάλεια από το οικοσύστημα, μπορεί να πάψει να είναι απλώς ένα πρόβλημα προς επίλυση και να γίνει μέρος μιας οργανωμένης, ελεγχόμενης και χρήσιμης αλυσίδας αξιοποίησης, στον κρίσιμο μάλιστα τομέα της Υγείας.
Πηγή: LIFO









