Μεγάλη Τετάρτη για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση – Τα πέντε βασικά σημεία και οι προβληματισμοί για την επενδυτική πολιτική
Χωρίς να αποκλείεται οποιαδήποτε έκπληξη της τελευταίας στιγμής, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ο υπουργός Εργασίας θα κάνει τα αποκαλυπτήρια του νομοσχεδίου για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση μεθαύριο Τετάρτη, στα πλαίσια της συνεδρίας του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος.
Ακόμη και στο ενδεχόμενο που το νομοσχέδιο δοθεί την προηγούμενη της συνεδρίας, όπως είχε πει και σε πρόσφατες δηλώσεις του ο Μαρίνος Μουσιούττας, οι κοινωνικοί εταίροι δεν αναμένεται να προλάβουν ούτε να το μελετήσουν, ούτε και να προβούν σε παρατηρήσεις επί συγκεκριμένων σημείων εντός 24 ωρών.
Όπως είναι γνωστό, η ολοκλήρωση του νομοσχεδίου έχει πάρει αρκετές παρατάσεις μέχρι σήμερα, αφού αρχικά θα ήταν έτοιμο εντός Ιουνίου, ακολούθως μεταφέρθηκε για τέλη Ιουλίου και εν συνεχεία φτάσαμε στα μέσα Αυγούστου.
Ως εκ τούτου, τα χρονικά περιθώρια για επί της ουσίας συζήτηση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των αρμοδίων του Υπουργείου Εργασίας έχουν σμικρυνθεί αρκετά, δεδομένου ότι ο Μαρίνος Μουσιούττας εμμένει στην απόφαση του να παραδώσει το νομοσχέδιο στη Βουλή στις 20 Σεπτεμβρίου και η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση να εφαρμοστεί την 1η Ιανουαρίου 2027. Σημειώνεται ότι το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα θα συνέλθει εκ νέου στις 28 Αυγούστου.
Τα πέντε βασικότερα ζητήματα που απασχολούν τους κοινωνικούς εταίρους και τα οποία ενδεχομένως αποτέλεσαν και το λόγο της καθυστέρησης της ολοκλήρωσης του νομοσχεδίου από κυβερνητικής πλευράς είναι: (α) Το ύψος των αυξήσεων στις συντάξεις και ιδιαίτερα των κατώτατων συντάξεων. (β) Η φόρμουλα που θα αποφασιστεί για τη μείωση του πέναλτι του 12%. (γ) Οι αλλαγές στις διαδικασίες που αφορούν την ένταξη των νέων στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων. (δ) Η αποκατάσταση των παροχών σε βάρος των ανδρών χήρων. (ε) Το κομμάτι της επενδυτικής πολιτικής του ΤΚΑ.
Για το τελευταίο αυτό σημείο, το κομμάτι δηλαδή που αφορά την επενδυτική πολιτική του Ταμείου, οικονομολόγοι ανέφεραν στον «Φ» ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και θα πρέπει να σχεδιαστεί κατά το δυνατό καλύτερα, δεδομένου ότι θα διαχειρίζεται χρήματα των συνταξιούχων και κατά δεύτερο διότι σε κάποιο χρονικό σημείο, το ποσό αναμένεται να είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τυγχάνει διαχείρισης από έμπειρους επαγγελματίες του κλάδου. Ειδικότερα, μιλώντας στον «Φ» οι οικονομολόγοι Γιάννης Τελώνης και Τάσος Γιασεμίδης, εξέφρασαν κατ’ αρχήν την ίδια άποψη, ότι ο τερματισμός της πρακτικής που ίσχυε μέχρι σήμερα, να δανείζεται το κράτος τα πλεονάσματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν αναμένεται να επηρεάσει ιδιαίτερα τα δημόσια οικονομικά.
Την ίδια ώρα όμως, εστίασαν την προσοχή τους στο κομμάτι που αφορά την επενδυτική πολιτική που θα εφαρμοστεί για τα πλεονάσματα αυτά. Όπως ανέφεραν, μπορεί η πρακτική του δανεισμού των πλεονασμάτων του Ταμείου από το κράτος να θεωρείται λανθασμένη ως θέμα αρχής, ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αυτή η πρακτική έδινε μια αξιοσέβαστη απόδοση στο Ταμείο.
Ως εκ τούτου, η ανησυχία που υπάρχει, είναι να προκύψουν δυσκολίες στην εξεύρεση ανάλογης απόδοσης με το νέο τρόπο διαχείρισης των πλεονασμάτων, κάτι ασφαλώς που θα προκαλέσει δυσφορία και μεμψιμοιρίες. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι σε κάποιο στάδιο, το ποσό που θα κληθεί να διαχειρίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή θα είναι τεράστιο.
Υπενθυμίζονται οι δηλώσεις του Υπουργού Εργασίας, ο οποίος είχε αναφέρει ότι εντός ενός χρονικού περιθωρίου 40 χρόνων, δηλαδή από το 2026 μέχρι το 2066, αναμένεται να αποπληρωθεί ο υφιστάμενος δανεισμός των 12 δισ. από το ΤΚΑ και μέχρι τότε αναμένεται να προκύψει ένα απόθεμα της τάξης των 50 – 60 δις. Δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας.









