Απορρίφθηκε από το Εφετείο έφεση καταδικασθέντα για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού
Την έφεση άνδρα, ο οποίος είχε κριθεί ένοχος για αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και άσεμνης επίθεσης και του είχαν επιβληθεί άμεσες ποινές φυλάκισης από οκτώ μήνες μέχρι τρία χρόνια, απέρριψε ομόφωνα το Εφετείο πρόσφατα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, ημερομηνίας 9 Ιουλίου, ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, τον Οκτώβριο του 2024 σε επτά κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και οκτώ κατηγορίες άσεμνης επίθεσης. Τα αδικήματα αφορούσαν πράξεις εναντίον της παραπονούμενης όταν αυτή ήταν ανήλικη, μεταξύ 1996 και 2003, στην επαρχία Λεμεσού.
Με την έφεση αμφισβήτησε την καταδίκη και τις ποινές, υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αναξιόπιστη και αναληθής. Προέβαλε επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν λανθασμένη και ότι η μη παρουσίαση συγκεκριμένων μαρτύρων και η, κατά τη θέση του, ελλιπής αστυνομική διερεύνηση τον έθεσαν σε δυσμενή θέση.
Ο συνήγορός του υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μαρτυρία η οποία, κατά τη θέση του, βρισκόταν σε αντίθεση με την αλήθεια, τη λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Ανέφερε ότι δεν ήταν λογικό να γίνουν πιστευτές οι αναφορές πως ο εφεσείων προέβαινε σε πράξεις σεξουαλικής φύσης μέσα σε αίθουσα διδασκαλίας, στην παρουσία άλλων μαθητών, χωρίς να γίνεται αντιληπτός.
Το Εφετείο έκρινε, ωστόσο, ότι το Κακουργιοδικείο εξέτασε και αιτιολόγησε αναλυτικά το ζήτημα, καταλήγοντας ότι οι πράξεις δεν γίνονταν φανερά, αλλά ήταν «μεθοδευμένες και διακριτικές», ώστε να μην γίνονται αντιληπτές από τους υπόλοιπους μαθητές.
Σημείωσε ακόμη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λεπτομερώς τις διαφορές και αντιφάσεις μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας, κρίνοντας ότι ήταν επουσιώδεις και δεν έπλητταν την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Αντίθετα, οι διαφορές αυτές κρίθηκε ότι καταδείκνυαν απουσία συνεννόησης ή προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων.
Το Εφετείο συμφώνησε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ορθά έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, καθώς οι ουσιώδεις θέσεις της παρέμειναν σταθερές, συνεπείς και λογικές, δεν διαψεύστηκαν από άλλη μαρτυρία και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της.
Σε σχέση με την αστυνομική διερεύνηση, αποφάνθηκε ότι δεν διαπιστώθηκε προσβολή του δικαιώματος της υπεράσπισης να παρουσιάσει την υπόθεσή της. Τα στοιχεία των προσώπων που δεν κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν γνωστά στην υπεράσπιση, η οποία μπορούσε να τα καλέσει, όπως έπραξε με έναν εξ αυτών.
Το Εφετείο συμφώνησε, επίσης, ότι δεν προέκυψε πλημμέλεια κατά τη διερεύνηση και ότι η υπεράσπιση είχε υπόψη της το σύνολο της μαρτυρίας και τη δυνατότητα να εξετάσει επαρκώς τους μάρτυρες κατηγορίας και κυρίως την παραπονούμενη.
Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του εφεσείοντα, κρίθηκε ότι η απόρριψή της ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Το Κακουργιοδικείο είχε εντοπίσει αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσής του στην Αστυνομία και της προφορικής του μαρτυρίας, χαρακτηρίζοντας την εκδοχή του ασυνεπή και αντιφατική.
Κρίθηκε ακόμη εύλογη η διαπίστωση ότι μιλούσε απαξιωτικά για την παραπονούμενη και την οικογένειά της, επιχειρώντας να δημιουργήσει αρνητική εντύπωση για την ίδια και να της αποδώσει αλλότρια κίνητρα.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι η αναξιοπιστία του δεν στηρίχθηκε μόνο στη συμπεριφορά του, αλλά και στη σύγκριση των θέσεών του με την υπόλοιπη μαρτυρία, την αστυνομική κατάθεση, την κυρίως εξέταση και την αντεξέτασή του.
Ο λόγος έφεσης περί υπερβολικής ποινής δεν εξετάστηκε, καθώς δεν προωθήθηκε από τον συνήγορό του.
«Η πρωτόδικη απόφαση της πλειοψηφίας επικυρώνεται. Η παρούσα έφεση απορρίπτεται», καταλήγει η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου.









