Εφετείο: «Ο χρόνος σου τελειώνει»:Επικυρώθηκε καταδίκη για απειλητικό sms σε Αστυνομικό
Ποινή και σε δεύτερο βαθμό για απειλητικό SMS προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου επικύρωσε το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση αστυνομικού, ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως για αποστολή μηνύματος απειλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών.
Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, ο εφεσείων είχε αρχικά αντιμετωπίσει τέσσερις κατηγορίες, που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών χωρίς άδεια, συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, απειλή και αποστολή απειλητικού μηνύματος. Κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας αθωώθηκε για τις τρεις πρώτες κατηγορίες, ενώ κρίθηκε ένοχος μόνο για την τέταρτη, που αφορούσε την αποστολή απειλητικού SMS στον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου την 1η Ιανουαρίου 2021. Για το αδίκημα αυτό του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ, με αναστολή πληρωμής για δύο μήνες, καθώς και δικαστικά έξοδα ύψους 95 ευρώ.
Το επίδικο μήνυμα περιείχε ευθείες απειλές προς τον παραλήπτη, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «ο χρόνος σου τελείωσε», ότι ο αποστολέας τον «παρακολουθούσε εδώ και μήνες» και ότι «θα πληρώσει για όλα». Κατά την έρευνα που ακολούθησε, οι ανακριτές εντόπισαν στην κατοχή του κατηγορούμενου κινητό τηλέφωνο, στο οποίο, ύστερα από δικανική εξέταση, βρέθηκε διαγραμμένο SMS που είχε αποσταλεί προς τον αριθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, στοιχείο που αποτέλεσε βασικό αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε πως εκείνος απέστειλε το μήνυμα, επιμένοντας ότι ο αριθμός τηλεφώνου από τον οποίο στάλθηκε δεν του ανήκε και ότι ουδέποτε τον χρησιμοποίησε. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσει πότε περιήλθε στην κατοχή του η συγκεκριμένη συσκευή, ενώ υποστήριξε πως αυτή ήταν μεταχειρισμένη και την είχε παραλάβει αρκετούς μήνες μετά την αποστολή του SMS.
Παράλληλα, προέβαλε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αξιολόγησε δυσμενώς επειδή ήταν έμπειρος αστυνομικός, ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία ώστε να κληθεί σε απολογία και ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηριζόταν σε αντιφατική μαρτυρία, η οποία, όπως υποστήριξε, τον είχε παραπλανήσει κατά τις ανακρίσεις.
Το Εφετείο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και νόμιμα κάλεσε τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, υπήρχε επαρκής μαρτυρία που συνέδεε το απειλητικό μήνυμα με τη συσκευή κινητού τηλεφώνου που βρέθηκε στην κατοχή του εφεσείοντα, ενώ οι εξηγήσεις που έδωσε στη συνέχεια κρίθηκαν εκπρόθεσμες και μη πειστικές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κατηγορουμένου από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί του περί μεταχειρισμένης συσκευής και προηγούμενου κατόχου δεν είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά προβλήθηκαν για πρώτη φορά όταν ο ίδιος κατέθεσε ενόρκως. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις που διαπιστώθηκαν στη μαρτυρία του, οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή του ως αναξιόπιστη, κρίση την οποία το Εφετείο έκρινε πλήρως αιτιολογημένη.
Οι εφέτες υπογραμμίζουν επίσης ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μετακύλιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο ούτε ότι η ιδιότητά του ως αστυνομικού επηρέασε αθέμιτα την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αντίθετα, έκριναν ότι τα συμπεράσματα στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και των τεκμηρίων της υπόθεσης.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι κανένας από τους τέσσερις λόγους έφεσης δεν ευσταθεί και ότι η καταδίκη για την αποστολή του απειλητικού μηνύματος ήταν αναπόφευκτη με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε.









