Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Εξοντώθηκαν 103 τόνοι λαγοκέφαλων από τις κυπριακές θάλασσες – Οι νέοι εισβολείς
Εξοντώθηκαν 103 τόνοι λαγοκέφαλων από τις κυπριακές θάλασσες – Οι νέοι εισβολείς

Εξοντώθηκαν 103 τόνοι λαγοκέφαλων από τις κυπριακές θάλασσες – Οι νέοι εισβολείς

Ο λαγοκέφαλος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, για τα θαλάσσια οικοσυστήματα και την παράκτια αλιεία της Κύπρου, με τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τις προσπάθειες περιορισμού της εξάπλωσής του μέσω ειδικού σχεδίου χορηγιών που βρίσκεται ήδη σε εφαρμογή.

Η λειτουργός του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, Κατερίνα Γεωργίου, μιλώντας στο SigmaLive, ανέλυσε την εικόνα που επικρατεί σήμερα στα κυπριακά νερά, τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του είδους, αλλά και τους νέους θαλάσσιους «εισβολείς» που έχουν κάνει την εμφάνισή τους στην κυπριακή ΑΟΖ.

Όπως εξήγησε, ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα χωροκατακτητικά ξενικά είδη που έχουν εγκατασταθεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παρουσία του συνδέεται με τη λεγόμενη λεσσεψιανή μετανάστευση, δηλαδή τη μετακίνηση οργανισμών από την Ερυθρά Θάλασσα προς τη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.

 

Πρόκειται για ένα είδος με υψηλή προσαρμοστικότητα, το οποίο μπορεί να εγκαθίσταται σε διαφορετικά θαλάσσια περιβάλλοντα και να εξαπλώνεται με ταχύ ρυθμό.

Παρά τη μακροχρόνια παρουσία του στα κυπριακά νερά, δεν υπάρχει σήμερα επιστημονική απογραφή ή επίσημη εκτίμηση για το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού του στην Κυπριακή ΑΟΖ. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το συνολικό απόθεμα του είδους ούτε για τη δυναμική εξέλιξης του πληθυσμού του.

Η κ. Γεωργίου ανέφερε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία από τις καταγεγραμμένες εκφορτώσεις και τις αλιευτικές δραστηριότητες δείχνουν πως ο λαγοκέφαλος έχει πλέον εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος της παράκτιας ζώνης της ελεύθερης Κύπρου και εντοπίζεται σε διάφορες θαλάσσιες περιοχές. Η ευρεία παρουσία του αποδίδεται στα ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά του, καθώς διαθέτει ευρύ φάσμα διατροφής, μπορεί να προσαρμόζεται σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες και δεν αντιμετωπίζει σημαντικούς φυσικούς θηρευτές στην περιοχή.

Την ίδια ώρα, δεν υπάρχουν αντίστοιχα δεδομένα από τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, λόγω της πολιτικής κατάστασης και της αδυναμίας εφαρμογής κοινών προγραμμάτων παρακολούθησης και καταγραφής.

Σύμφωνα με τη λειτουργό του Τμήματος Αλιείας, η παρουσία και οι επιπτώσεις του είδους παρακολουθούνται συστηματικά μέσω των διαθέσιμων στοιχείων που αφορούν αλιεύματα και εκφορτώσεις, ενώ ο λαγοκέφαλος έχει ενταχθεί στα είδη που παρακολουθούνται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος συλλογής αλιευτικών δεδομένων (EU Data Collection Framework). Τα στοιχεία που συλλέγονται αφορούν μεταξύ άλλων τις εκφορτώσεις, την αλιευτική δραστηριότητα και τη γεωγραφική κατανομή του είδους.

Ωστόσο, όπως τόνισε, απαιτούνται μακροχρόνια προγράμματα επιστημονικής παρακολούθησης και συστηματικές μελέτες πεδίου ώστε να υπάρξει ακριβέστερη εικόνα για την αφθονία του πληθυσμού, τις μεταβολές του στο χρόνο και τις επιπτώσεις που προκαλεί τόσο στα θαλάσσια οικοσυστήματα όσο και στον αλιευτικό τομέα.

Σημαντικό εργαλείο στην προσπάθεια περιορισμού του λαγοκέφαλου αποτελεί το Σχέδιο Χορηγιών για τον περιορισμό της εξάπλωσής του στα παράκτια ύδατα της Κύπρου, το οποίο εφαρμόζεται από τον Ιούνιο του 2024 και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι το τέλος του 2029.

Στόχος του σχεδίου είναι ο μετριασμός των πληθυσμών του είδους μέσω της άσκησης έντονης και στοχευμένης αλιευτικής πίεσης από τον παράκτιο επαγγελματικό στόλο της χώρας.

Το πρόγραμμα υλοποιείται από συλλογικές ομάδες επαγγελματιών αλιέων και διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό ύψους 1,395 εκατομμυρίων ευρώ. Η χρηματοδότησή του προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (ΕΤΘΑΥ) και από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Δικαιούχοι του σχεδίου είναι επαγγελματίες αλιείς που κατέχουν επαγγελματική άδεια Α, Β ή πολυδύναμη άδεια αλιείας. Η αποζημίωση που καταβάλλεται ανέρχεται σε 4,73 ευρώ ανά κιλό λαγοκέφαλου που συλλέγεται.

Μέχρι σήμερα έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής έντεκα συλλογικές ομάδες, στις οποίες συμμετέχουν περίπου 150 αλιείς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Γεωργίου, έχουν ήδη καταβληθεί περίπου 487 χιλιάδες ευρώ σε δικαιούχους αλιείς, ποσό που αντιστοιχεί στη συλλογή περίπου 103 χιλιάδων κιλών λαγοκέφαλου από τα κυπριακά παράκτια ύδατα.

Η λειτουργός του Τμήματος Αλιείας διευκρίνισε ότι πέραν του υφιστάμενου διαχειριστικού σχεδίου δεν εφαρμόζονται αυτή τη στιγμή άλλα εξειδικευμένα μέτρα διαχείρισης του είδους.

Όπως ανέφερε, το σχέδιο σχεδιάστηκε πρωτίστως για να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες που προκαλεί ο λαγοκέφαλος στην παράκτια αλιεία, όπως οι ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία, η καταστροφή ή απώλεια αλιευμάτων και οι οικονομικές επιβαρύνσεις που υφίστανται οι επαγγελματίες αλιείς.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η θάλασσα αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυναμικό οικοσύστημα, στο οποίο οι πληθυσμοί των ειδών και οι οικολογικές αλληλεπιδράσεις μεταβάλλονται διαρκώς. Αν και η παρουσία του λαγοκέφαλου έχει επηρεάσει την ισορροπία σε ορισμένα τοπικά οικοσυστήματα, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί ότι οι θαλάσσιες οικολογικές ισορροπίες διαμορφώνονται και επαναπροσδιορίζονται σε βάθος χρόνου μέσω φυσικών διαδικασιών, όπως η προσαρμογή των ειδών και η ανάπτυξη νέων βιολογικών αλληλεπιδράσεων.

Η κ. Γεωργίου αναφέρθηκε επίσης σε άλλα ξενικά είδη που έχουν εγκατασταθεί ή εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στα κυπριακά νερά. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το λεοντόψαρο (Pterois miles), ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο εισβλητικό είδος προερχόμενο από τον Ινδο-Ειρηνικό, το οποίο έχει πλέον αναπτύξει σημαντικούς πληθυσμούς γύρω από την Κύπρο.

Το λεοντόψαρο διαθέτει δηλητηριώδη αγκάθια που το προστατεύουν από τους φυσικούς θηρευτές και συμβάλλουν στην εξάπλωσή του. Παρ’ όλα αυτά, είναι απολύτως βρώσιμο και θεωρείται ψάρι υψηλής γαστρονομικής αξίας. Για τον λόγο αυτό προωθείται ενεργά η αλιεία, η εμπορία και η κατανάλωσή του, ως ένας πρακτικός τρόπος περιορισμού των πληθυσμών του. Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας, συμβάλλει τόσο στη μείωση των οικολογικών επιπτώσεων του είδους όσο και στη δημιουργία πρόσθετων οικονομικών ευκαιριών για αλιείς και επιχειρήσεις εστίασης.

Αναφορά έγινε και σε ένα νεότερο ξενικό είδος που καταγράφηκε πρόσφατα στα κυπριακά νερά, το γατόψαρο (Plotosus lineatus). Η πρώτη επιβεβαιωμένη παρουσία του στην Κύπρο καταγράφηκε το 2025 στην περιοχή του Πρωταρά. Πρόκειται επίσης για λεσσεψιανό μετανάστη που εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.

Το γατόψαρο ξεχωρίζει από τις χαρακτηριστικές καφέ και λευκές επιμήκεις ρίγες του και διαθέτει τοξικά αγκάθια, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν επώδυνα τσιμπήματα. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι επηρεάζει σημαντικά τους αυτόχθονους πληθυσμούς ψαριών, τα θαλάσσια οικοσυστήματα ή την αλιευτική δραστηριότητα στην Κύπρο.

Καταλήγοντας, η κ. Γεωργίου επισήμανε ότι η εμφάνιση νέων ξενικών ειδών στη Μεσόγειο αποτελεί μια διαρκή διαδικασία, η οποία συνδέεται με παράγοντες όπως η κλιματική αλλαγή, η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας και η διέλευση οργανισμών μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση και επιστημονική αξιολόγηση των εξελίξεων στα θαλάσσια οικοσυστήματα της περιοχής.

 

 

Send this to a friend