Βίασε τη γυναίκα του και απειλούσε να διαρρεύσει γυμνές φωτογραφίες της
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση άνδρα, ο οποίος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για σειρά σοβαρών αδικημάτων που φέρεται να διαπράχθηκαν σε βάρος της συζύγου του και αφορούν, μεταξύ άλλων, αδικήματα σεξουαλικής φύσης, σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, παράνομο περιορισμό της ελευθερίας της, καθώς και υποθέσεις που σχετίζονται με τα ανήλικα παιδιά του ζεύγους.
Με την απόφασή του, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση για συνέχιση της κράτησής του μέχρι την έναρξη της δίκης, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης που προέβαλε η υπεράσπιση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για εξαναγκασμό της συζύγου του σε πράξεις χωρίς τη συναίνεσή της, πρόκληση σωματικής βλάβης, καταστροφή προσωπικής περιουσίας, παράνομο περιορισμό της ελευθερίας της, απειλές για διαρροή προσωπικού υλικού και άσκηση ψυχολογικής βίας. Παράλληλα, αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν τη μεταφορά των δύο παιδιών του εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς τη συγκατάθεση της μητέρας τους.
Ειδικότερα, το δικαστήριο αναφέρει ότι «αποδίδεται στον εφεσείοντα ότι ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη σύζυγό του χωρίς τη συναίνεσή της. Περαιτέρω επιτέθηκε εναντίον του ιδίου προσώπου και εσκεμμένα και παράνομα έσπασε το κινητό της τηλέφωνο. Περαιτέρω, την περιόρισε την ελευθερία του συγκεκριμένου προσώπου όταν αυτή προσπάθησε να βγει στο μπαλκόνι για να ζητήσει βοήθεια, αποτρέποντας πρόσβαση σε οποιαδήποτε έξοδο και επικοινωνία της με οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2026, απείλησε το ίδιο πρόσωπο ότι, χωρίς τη συγκατάθεσή της, θα αποστείλει στον πατέρα της φωτογραφίες και βίντεο με την ίδια να απεικονίζεται γυμνή και, με αυτήν του τη συμπεριφορά της άσκησε ψυχολογική βία. Τέλος, μετέφερε τα δύο παιδιά του με τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εκτός των ορίων της Δημοκρατίας χωρίς τη συναίνεσή της».
Ο εφεσείων είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες και υποστήριξε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ότι δεν συντρέχουν λόγοι για συνέχιση της κράτησής του. Μεταξύ άλλων, προέβαλε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει πιθανότητα καταδίκης, ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος φυγοδικίας και ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν αυστηροί περιοριστικοί όροι αντί της κράτησης.
Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ακολούθησε τη σωστή νομική προσέγγιση και αξιολόγησε ορθά το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο που βρισκόταν η διαδικασία. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, στο στάδιο εξέτασης αιτήματος κράτησης δεν κρίνεται η ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά κατά πόσο το διαθέσιμο υλικό δημιουργεί εύλογη πιθανότητα καταδίκης και αν υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την κράτησή του μέχρι τη δίκη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ενδεχόμενο φυγοδικίας. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα των κατηγοριών, τις πιθανές ποινικές συνέπειες σε περίπτωση καταδίκης, καθώς και το γεγονός ότι τα παιδιά του κατηγορουμένου βρίσκονται πλέον εκτός Κύπρου. Παρότι αναγνωρίστηκαν οι προσωπικοί και επαγγελματικοί δεσμοί που διατηρεί στη Δημοκρατία, κρίθηκε ότι οι παράγοντες αυτοί δεν αρκούν για να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί στη δίκη.
Το Εφετείο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι οι προτεινόμενοι όροι εγγύησης θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς γιατί οι συγκεκριμένοι όροι δεν κρίθηκαν επαρκείς.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν πλήρως αιτιολογημένη και δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό σφάλμα που να δικαιολογεί παρέμβασή του. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η διαταγή κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη παραμένει σε ισχύ.







