«Πόρτα» Εφετείου σε άντρα που φέρεται να βίασε γυναίκα με νοητική αναπηρία
Την απόρριψη της έφεσης κατηγορούμενου που αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες σεξουαλικής φύσεως αποφάσισε το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου για συνέχιση της κράτησής του μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
Ο εφεσείων βρίσκεται αντιμέτωπος με συνολικά οκτώ κατηγορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν μία κατηγορία βιασμού, δύο κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, δύο κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, μία κατηγορία διαφθοράς γυναίκας με νοητική ή ψυχική αναπηρία, μία κατηγορία άσκησης ψυχολογικής βίας και μία κατηγορία παρενόχλησης. Τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν τον Αύγουστο του 2025.
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 22 Αυγούστου 2025 και από τότε τελεί υπό κράτηση. Μετά την καταχώριση μη παραδοχής στις κατηγορίες, η υπόθεση προγραμματίστηκε για ακρόαση, με διάφορες αναβολές να μεσολαβούν, μεταξύ άλλων λόγω διαδικαστικών ζητημάτων και αλλαγής συνηγόρου υπεράσπισης. Τελικά η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ορίστηκε για τις 15 Ιουνίου 2026.
Με την έφεσή του, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησής του και δεν αξιολόγησε ορθά στοιχεία τα οποία, κατά την υπεράσπιση, αποδυναμώνουν τη μαρτυρία της παραπονούμενης και μειώνουν την πιθανότητα καταδίκης. Μεταξύ άλλων, έγινε αναφορά στην απουσία γενετικού υλικού του κατηγορουμένου από συγκεκριμένα σημεία του σώματος της παραπονούμενης, καθώς και σε φερόμενες αντιφάσεις στις καταθέσεις της.
Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, υπενθύμισε ότι η κράτηση υποδίκου αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι παρέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν διαπιστωθεί ότι η σχετική εξουσία δεν ασκήθηκε δικαστικά ή αγνοήθηκαν καθιερωμένα νομολογιακά κριτήρια.
Οι δικαστές έκριναν ότι το Κακουργιοδικείο εξέτασε τα στοιχεία που επικαλέστηκε η υπεράσπιση, περιλαμβανομένης της έκθεσης για το γενετικό υλικό, και ορθά κατέληξε πως τα ζητήματα που προβάλλονταν αφορούσαν ουσιαστικά αξιολόγηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, κάτι που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης και όχι του σταδίου εξέτασης της κράτησης. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι το μαρτυρικό υλικό, όπως παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως, εξακολουθεί να είναι επαρκές ώστε να στηρίζει την πιθανότητα καταδίκης.
Το Εφετείο απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς περί λανθασμένης αξιολόγησης του χρόνου κράτησης, επισημαίνοντας ότι η ημερομηνία ακρόασης καθορίστηκε με βάση το πρόγραμμα του Κακουργιοδικείου και την ανάγκη να διεξαχθεί η διαδικασία υπό συνθήκες που θα επέτρεπαν την ομαλή εκδίκασή της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο συνολικός χρόνος κράτησης δεν υπερβαίνει τα όρια που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων δεδομένων της υπόθεσης.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση, χαρακτηρίζοντας όλους τους λόγους έφεσης ως αβάσιμους. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε και η απόφαση του Κακουργιοδικείου για συνέχιση της κράτησης του κατηγορουμένου επικυρώθηκε.






