Η πρωτοβουλία που ετοιμάζει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες για το Κυπριακό, αποτελεί την κορύφωση μιας αργής, σχεδόν αθόρυβης διπλωματικής διεργασίας που εξελίσσεται εδώ και μήνες, σ’ ένα περιβάλλον όπου η διεθνής προσοχή είναι στραμμένη αλλού, αλλά η γεωπολιτική αξία της Ανατολικής Μεσογείου καθιστά το Κυπριακό πιο επίκαιρο από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
Ο Μάϊος του 2026 δεν είναι το τέλος της διαδρομής, αλλά το σημείο όπου οι προθέσεις αποκτούν μορφή και το παρασκήνιο αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτική πράξη.
Επί της ουσίας
Η νέα αυτή πρωτοβουλία δεν θυμίζει τις προηγούμενες απόπειρες επανεκκίνησης. Δεν πρόκειται για μια ακόμη πρόσκληση σε διάλογο, ούτε για μια τυπική επανάληψη της γνωστής ρητορικής περί «καλής θέλησης». Αντιθέτως, η φιλοσοφία της φαίνεται να στηρίζεται σε μια βασική παραδοχή, ότι δηλαδή η διαδικασία, όπως εξελισσόταν μέχρι σήμερα, έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για τον Γκουτέρες, το ζητούμενο δεν είναι πλέον να πειστούν οι πλευρές να καθίσουν στο τραπέζι, αλλά να υποχρεωθούν να τοποθετηθούν επί της ουσίας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η επικείμενη πρωτοβουλία συνιστά μια σαφή μετατόπιση από τη διαχείριση της διαδικασίας στην ουσιαστική διαπραγμάτευση. Η εμπειρία του Κραν Μοντανά το 2017 λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, αλλά και ως προειδοποίηση. Εκεί, για πρώτη φορά, το Κυπριακό πλησίασε σ’ ένα συνολικό πλαίσιο λύσης, αλλά κατάρρευσε στο τελευταίο στάδιο. Η ανάγνωση που φαίνεται να επικρατεί σήμερα στον ΟΗΕ είναι ότι δεν έλειπαν τόσο οι συγκλίσεις όσο η πολιτική βούληση να μετατραπούν σε τελικές αποφάσεις. Συνεπώς, η νέα προσπάθεια δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά επιχειρεί να επαναφέρει εκείνο το «πακέτο» σε μια πιο ώριμη και πιεστική μορφή.
Το πρώτο και πιο ορατό στοιχείο της πρωτοβουλίας είναι η προετοιμασία μιας άτυπης πολυμερούς διάσκεψης. Η μορφή της παραπέμπει ευθέως στο Κραν Μοντανά, αλλά με μια κρίσιμη διαφοροποίηση. Αυτή τη φορά δεν θα είναι διερευνητική. Ο στόχος δεν θα είναι να καταγραφούν θέσεις, αλλά να χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατότητα κατάληξης σε συμφωνία. Στο τραπέζι θα βρεθούν εκ νέου οι δύο κοινότητες, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με ενδεχόμενη παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, η διάσκεψη δεν θα ξεκινήσει «ανοιχτά». Θα προηγηθεί μια εντατική περίοδος παρασκηνιακών επαφών, με στόχο να περιοριστούν τα σημεία τριβής πριν ακόμη αρχίσει η επίσημη διαδικασία.
Σιωπηλή διαπραγμάτευση
Εδώ εντάσσεται και ο ρόλος της ειδικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρία Άνγκελα Ολγκίν, που λειτουργεί ως βασικός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των πλευρών. Η αποστολή της δεν είναι απλώς διαμεσολαβητική. Είναι, ουσιαστικά, η αρχιτεκτονική της ίδιας της πρωτοβουλίας. Μέσα από συνεχείς επαφές, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα άτυπο αλλά συγκεκριμένο πλαίσιο συγκλίσεων, που θα αποτελέσει τη βάση της διαπραγμάτευσης. Πρόκειται για μια μορφή «σιωπηλής διαπραγμάτευσης» πριν από την επίσημη ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι αυτό που οι διπλωματικές πηγές αποκαλούν «πακέτο ουσίας». Δεν πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο λύσης, όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν, αλλά για μια δομημένη βάση διαπραγμάτευσης. Στον πυρήνα του θα βρίσκονται τα πέντε γνωστά κεφάλαια, δηλαδή, ασφάλεια και εγγυήσεις, εδαφικό, διακυβέρνηση, πολιτική ισότητα και περιουσιακό. Η καινοτομία δεν βρίσκεται στο περιεχόμενο αυτών των θεμάτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρηθεί να συνδεθούν. Η λογική είναι ότι καμιά πρόοδος δεν μπορεί να υπάρξει αν τα κεφάλαια αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Αντιθέτως, απαιτείται μια συνολική προσέγγιση, όπου οι υποχωρήσεις στο ένα πεδίο θα αντισταθμίζονται από κέρδη σε κάποιο άλλο.
Παράλληλα, η νέα πρωτοβουλία φαίνεται να ενσωματώνει μια πιο ρεαλιστική μεθοδολογία. Αντί για την επιδίωξη μιας συνολικής συμφωνίας σε μια φάση, προκρίνεται μια σταδιακή διαδικασία. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης αποκτούν εκ νέου σημασία, όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως εργαλείο δημιουργίας δυναμικής. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου η τελική συμφωνία δεν θα μοιάζει με άλμα στο κενό, αλλά με φυσική εξέλιξη μιας ήδη υφιστάμενης συνεργασίας.
Προοπτικές
Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή δεν εκτυλίσσεται σε κενό αέρος. Οι πολιτικές πραγματικότητες παραμένουν σκληρές και συχνά ασύμβατες. Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να θέτει στο επίκεντρο τη λεγόμενη «κυριαρχική ισότητα», η οποία στην πράξη μεταφράζεται σε λύση δύο κρατών. Από την άλλη, η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει στην επανέναρξη των συνομιλιών από το σημείο που διακόπηκαν το 2017, στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Το χάσμα δεν είναι απλώς διαπραγματευτικό, αλλά στρατηγικό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του ΟΗΕ γίνεται εξαιρετικά λεπτός. Ο Γκουτέρες καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης και ολοκλήρωσης της διαδικασίας και στην αποφυγή μιας νέας αποτυχίας που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για το μέλλον του Κυπριακού.
Η χρονική συγκυρία προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο πολυπλοκότητας. Οι κυπριακές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2026, αν και άσχετες με την εν λόγω πρωτοβουλία, αντιμετωπίζονται ως παράγοντας αναμονής, ενώ η ευρύτερη γεωπολιτική κατάσταση, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, περιορίζει τα περιθώρια διεθνούς ενασχόλησης. Την ίδια στιγμή, όμως, καθιστά την Ανατολική Μεσόγειο κρίσιμο χώρο σταθερότητας. Το Κυπριακό δεν είναι απομονωμένο ζήτημα, αλλά εντάσσεται σ´ ένα ευρύτερο πλέγμα ενεργειακών, στρατηγικών και πολιτικών συμφερόντων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η νέα πρωτοβουλία Γκουτέρες αποκτά για τον ίδιο, χαρακτήρα «τελευταίας ευκαιρίας». Όχι με την έννοια της δραματικής υπερβολής, αλλά ως ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων. Ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας βρίσκεται προς το τέλος της θητείας του και δεν φαίνεται διατεθειμένος να επενδύσει σε μια ατέρμονη διαδικασία χωρίς προοπτική. Η προσέγγισή του είναι περισσότερο τεχνοκρατική παρά πολιτική. Αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, η διαδικασία θα προχωρήσει, αν όχι, το αδιέξοδο θα καταγραφεί με σαφήνεια. Πέραν τούτου, μια ενδεχόμενη επιτυχία αυτής της πρωτοβουλίας, θα είχε βαθιές κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές συνέπειες, υπερβαίνοντας το στενό πολιτικό πλαίσιο. Θα επανενεργοποιούσε μηχανισμούς συλλογικής μνήμης, ενσυναίσθησης, ταυτότητας και κοινωνικής συνύπαρξης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Καθημερινές πρακτικές, όπως εργασία, εκπαίδευση, πολιτιστικές δραστηριότητες, τοπική διακυβέρνηση, βασικές ελευθερίες, θα λειτουργούσαν ως πεδία επαναοικειοποίησης του «άλλου», αποδομώντας στερεότυπα δεκαετιών. Ταυτόχρονα, θα αναδύονταν ξεκάθαρες ταυτότητες, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές, που θα ισορροπούσαν ανάμεσα στο εθνικό και το κοινό κυπριακό στοιχείο, επαναπροσδιορίζοντας το κοινωνικό συμβόλαιο.
Ενδείξεις
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι έτοιμες να ανταποκριθούν σ’ αυτή τη λογική. Μέχρι στιγμής, οι ενδείξεις είναι αντιφατικές. Υπάρχει δηλωμένη βούληση για διάλογο, αλλά ταυτόχρονα διατηρούνται αμετακίνητες θέσεις στα βασικά ζητήματα. Η επιτυχία ή η αποτυχία της πρωτοβουλίας δεν θα κριθεί τόσο από τη δεξιοτεχνία του ΟΗΕ, όσο από τη δυνατότητα των ίδιων των πλευρών, κυρίως της τουρκικής, να επαναπροσδιορίσουν τις στρατηγικές τους.
Συμπερασματικά, η νέα προσπάθεια δεν υπόσχεται θαύματα. Δεν εισάγει μια ριζικά νέα ιδέα λύσης, ούτε ανατρέπει τις γνωστές παραμέτρους. Αυτό που επιχειρεί είναι κάτι πιο δύσκολο, δηλαδή να μετατρέψει μια χρόνια, παγωμένη σύγκρουση σε ενεργή διαπραγμάτευση με σαφή στόχο και αποτέλεσμα. Αν θα το πετύχει, παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι, μετά από αυτή την πρωτοβουλία, τα περιθώρια για επιστροφή στην ακινησία θα είναι πολύ πιο περιορισμένα. Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το Κυπριακό να βρεθεί ξανά μπροστά σε μια πραγματική, και όχι προσχηματική, επιλογή κατεύθυνσης.
*Πρώην πρύτανη, καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips.
Πηγή: Πολίτης










