«Πόρτα» Εφετείου σε πολίτη για κορωνοπρόστιμο – Τον εντόπισαν χωρίς μάσκα
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση πολίτη που ζητούσε άδεια να επανεξεταστούν κρίσιμα νομικά ζητήματα τα οποία ανέκυψαν από καταδικαστική απόφαση σχετική με τη μη χρήση προστατευτικής μάσκας κατά την περίοδο της πανδημίας, κρίνοντας ότι τα ερωτήματα που τέθηκαν δεν πληρούσαν τις αυστηρές προϋποθέσεις του νόμου για παραπομπή ενώπιον του ανώτατου δικαιοδοτικού οργάνου.
Η υπόθεση ανάγεται σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ο αιτητής είχε κατηγορηθεί επειδή βρισκόταν σε χώρο όπου κινούνταν άλλα πρόσωπα χωρίς να φέρει μάσκα προστασίας, κατά παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου και σχετικού διατάγματος του 2020. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε κανονικά, ο ίδιος παρουσιάστηκε αρχικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο και δήλωσε μη παραδοχή, όμως κατά την ημερομηνία ακρόασης δεν εμφανίστηκε. Η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη δύο ημέρες αργότερα και, στην απουσία του, το Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο, επιβάλλοντας χρηματική ποινή 900 ευρώ.
Ο καταδικασθείς προσέφυγε στο Εφετείο, υποστηρίζοντας ότι η δίκη διεξήχθη κατά παράβαση των αρχών της δίκαιης δίκης και της φυσικής δικαιοσύνης, επειδή δεν κατέστη δυνατό να εισέλθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, την ημέρα της ακρόασης βρισκόταν στον χώρο του δικαστηρίου, αλλά αστυνομικός στην είσοδο του ζήτησε να επιδείξει safe pass, πιστοποιητικό εμβολιασμού ή αρνητικό τεστ κορωνοϊού. Εφόσον δεν προσκόμισε κανένα από τα απαιτούμενα έγγραφα, δεν του επιτράπηκε η είσοδος.
Το Εφετείο είχε κρίνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε ορθά, αφού η υπόθεση φωνάχθηκε τόσο εντός όσο και εκτός της αίθουσας και ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε. Παράλληλα, είχε αποφανθεί ότι οι οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που ρύθμιζαν τη λειτουργία των δικαστηρίων κατά την πανδημία, αποτελούσαν νόμιμη άσκηση εξουσίας και δεν στερούσαν από τον εφεσείοντα το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Με τη νέα αίτησή του ενώπιον του Ανωτάτου, ο πολίτης επιδίωξε άδεια για εκδίκαση δύο «νομικών θεμάτων». Το πρώτο αφορούσε κατά πόσο το Εφετείο μπορούσε να λάβει υπόψη εσωτερικές οδηγίες του Ανωτάτου που, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχαν δημοσιευθεί ούτε τέθηκαν αποδεικτικά ενώπιον του δικαστηρίου. Το δεύτερο αφορούσε κατά πόσο η απαίτηση προσκόμισης πιστοποιητικών υγείας για είσοδο σε δικαστική αίθουσα συνιστούσε ανεπίτρεπτο περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα δίκαιης δίκης και προσωπικής παρουσίας του κατηγορουμένου.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση του δικαστή Εφραίμ, απέρριψε συνολικά την αίτηση. Όπως εξήγησε, το πρώτο ερώτημα στηριζόταν σε εσφαλμένη πραγματική βάση. Οι επίμαχες οδηγίες δεν ήταν άγνωστες ή αδημοσίευτες, αλλά είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο νόμιμης εξουσίας και δημοσιεύονταν στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου με ελεύθερη πρόσβαση. Μάλιστα, από την ίδια την απόφαση του Εφετείου προέκυπτε ότι ο αιτητής γνώριζε την ύπαρξή τους και είχε συμμορφωθεί σε προηγούμενη εμφάνισή του ενώπιον δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο σημείωσε χαρακτηριστικά ότι το υπόβαθρο του πρώτου ερωτήματος – ότι δηλαδή οι οδηγίες «δεν δημοσιεύτηκαν πουθενά» και ήταν άγνωστες στον αιτητή – ήταν ανακριβές. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε απάντηση θα αφορούσε υποθετικό σενάριο και όχι πραγματικό νομικό ζήτημα που ανέκυπτε από την εφετειακή απόφαση.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ερώτημα, το Ανώτατο έκρινε ότι δεν αντανακλούσε πιστά το πραγματικό αντικείμενο της έφεσης. Η υπόθεση δεν αφορούσε γενικώς «ιατρικό πιστοποιητικό», αλλά ένα σύνολο εναλλακτικών απαιτήσεων που ίσχυαν εν μέσω πανδημίας: αρνητικό τεστ, rapid test, πιστοποιητικό εμβολιασμού ή πιστοποιητικό νόσησης. Το Εφετείο είχε εξετάσει το συνολικό αυτό πλαίσιο και όχι ένα αποσπασματικό μέρος του. Ως εκ τούτου, η διατύπωση του αιτητή δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρήσιμη νομολογιακή καθοδήγηση.
Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι η ειδική αυτή διαδικασία δεν αποτελεί δεύτερη έφεση ούτε μέσο επανάληψης της εφετειακής κρίσης, αλλά προϋποθέτει σαφή και γνήσια νομικά ζητήματα ευρύτερης σημασίας που ανακύπτουν ευθέως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιοι λόγοι δεν αποδείχθηκαν.
Η αίτηση απορρίφθηκε στο σύνολό της, ενώ επιδικάστηκαν έξοδα ύψους 1.500 ευρώ υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του αιτητή.
Πηγή: Sigmalive










