Ακύρωση απελευθέρωσης και επανασύλληψη Νιγηριανού – Το σκεπτικό της απόφασης
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση της Κυπριακή Δημοκρατία, ανέτρεψε προηγούμενη πρωτόδικη κρίση και ακύρωσε το ένταλμα άμεσης απελευθέρωσης υπηκόου Νιγηρία, διατάσσοντας ταυτόχρονα την έκδοση νέου εντάλματος σύλληψής του.
Η υπόθεση αφορούσε αλλοδαπό από τη Νιγηρία, ο οποίος είχε υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17 Δεκεμβρίου 2020 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο. Η αίτηση απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ενώ απορριπτικές ήταν και οι επόμενες προσφυγές του ενώπιον του Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Στις 7 Αυγούστου 2025 συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και την επόμενη ημέρα εκδόθηκαν σε βάρος του διατάγματα κράτησης και απέλασης με βάση τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα διατάγματα ακυρώθηκαν αργότερα από το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 3 Οκτωβρίου 2025.
Παρά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων, ο αλλοδαπός δεν αφέθηκε ελεύθερος. Έτσι, στις 7 Οκτωβρίου 2025 προσέφυγε στο Ανώτατο ζητώντας ένταλμα Habeas Corpus, υποστηρίζοντας ότι κρατείτο παράνομα. Την ίδια ημέρα όμως, και προτού εξεταστεί η αίτησή του, οι αρχές εξέδωσαν νέα διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία του επιδόθηκαν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η κράτηση δεν εξυπηρετούσε πραγματικά τον σκοπό της απέλασης. Αντίθετα, είχε εκτιμήσει ότι στην πράξη επιχειρείτο να αποτραπεί ο αιτητής από το να ασκεί, όπως υποστηριζόταν, σωματική και ψυχική βία κατά της συμβίας του, γεγονότα που δεν είχαν αποδειχθεί δικαστικά. Είχε επίσης τονίσει ότι δεν στοιχειοθετήθηκε κίνδυνος διαφυγής, όπως απαιτεί ο νόμος, και είχε χαρακτηρίσει καταχρηστική την πρακτική επανασύλληψης ατόμου αμέσως μετά την αποφυλάκισή του με νέο ένταλμα. Με αυτά τα δεδομένα είχε διατάξει την άμεση απελευθέρωσή του μέσω Habeas Corpus.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την έφεση, έδωσε διαφορετική ερμηνεία στο ζήτημα. Υπενθύμισε ότι ο θεσμός του Habeas Corpus έχει αποκλειστικό σκοπό να ελέγχει αν η υφιστάμενη κράτηση είναι νόμιμη ή όχι τη στιγμή που εξετάζεται η αίτηση. Δεν αποτελεί μηχανισμό γενικής ανασκόπησης διοικητικών πράξεων ούτε εργαλείο διαπίστωσης προηγούμενης παρανομίας όταν στο μεταξύ έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά δεδομένα.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, πράγματι υπήρχε περίοδος παράνομης κράτησης από τις 3 έως τις 7 Οκτωβρίου 2025, δηλαδή από την ακύρωση των αρχικών διαταγμάτων μέχρι την έκδοση των νέων. Όμως η μεταγενέστερη έκδοση νέου διατάγματος κράτησης άλλαξε ριζικά τη νομική βάση της υπόθεσης. Από εκείνη τη στιγμή, ο κρατούμενος τελούσε υπό νέο διοικητικό μέτρο, το οποίο τεκμαίρεται νόμιμο μέχρι να ακυρωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.
Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι όταν μετά την καταχώριση αίτησης Habeas Corpus προκύπτει νέα νόμιμη αιτία κράτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει αποφυλάκιση απλώς για να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προηγούμενη παρανομία. Παρέπεμψε μάλιστα σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνοντας ότι, όπως δεν θα μπορούσε να απολυθεί κρατούμενος που στο μεταξύ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, έτσι δεν μπορεί να αφεθεί ελεύθερος κάποιος που πλέον κρατείται δυνάμει νέου ισχύοντος διατάγματος.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, το Ανώτατο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την αίτηση στη σωστή της διάσταση. Αν ο ενδιαφερόμενος επιθυμούσε να αμφισβητήσει τη νέα κράτηση, θα έπρεπε είτε να αποσύρει την αρχική αίτηση είτε να καταχωρίσει νέα, προβάλλοντας πλέον τη νομιμότητα της συνεχιζόμενης κράτησης μετά το νέο διάταγμα.
Η έφεση έγινε δεκτή στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε, το εκδοθέν ένταλμα Habeas Corpus ακυρώθηκε και διατάχθηκε η έκδοση εντάλματος σύλληψης του εφεσίβλητου.
Η απόφαση θεωρείται κομβική, καθώς επανακαθορίζει τα όρια του Habeas Corpus στην κυπριακή έννομη τάξη: το ένδικο αυτό μέσο προστατεύει την ελευθερία μόνο απέναντι σε παρούσα και ενεργή παράνομη κράτηση, όχι απέναντι σε παρανομίες που έχουν ήδη θεραπευθεί από νέα διοικητική πράξη, έστω και αν αυτές υπήρξαν πραγματικές.
Πηγή: Sigmalive










