Καραντώνης: Οι περικοπές στα φωτοβολαταϊκα ήρθαν για να μείνουν
Σε παρέμβαση του σήμερα, στο Πρωτοσέλιδο ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, Φάνος Καραντώνης, αναφέρθηκε στα προβλήματα που υπάρχουν στον χώρο των φωτοβολταϊκών αλλά ιδίως στο ζήτημα που ταλανίζει την αγορά, με τις αποκοπές στην παραγωγή, αφού ουσιαστικά δεν έχουμε μέσα για την αποθήκευση της ενέργειας που είναι πλεόνασμα.
Οι περικοπές και η πραγματική διάσταση του προβλήματος
Ο Φάνος Καραντώνης, σημείωσε ότι το θέμα των περικοπών αποτελεί σήμερα ένα από τα «πιο σοβαρά και δομικά προβλήματα της αγοράς ηλεκτρισμού και της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το 2025 κλείνει με περικοπές που αγγίζουν κυρίως τα εμπορικά φωτοβολταϊκά πάρκα, σε ένα σύστημα όπου η εγκατεστημένη δυνατότητα παραγωγής φτάνει περίπου το 147% των πραγματικών αναγκών της χώρας. Πρόκειται για ένα δεδομένο που οφείλει να προβληματίσει τόσο την πολιτεία όσο και την κοινωνία».
Ταυτόχρονα, πρόσθεσε ότι «μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περικοπές της τάξης των 300.000 μεγαβατωρών, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 6% της ετήσιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της Κύπρου. Αν αυτή η ενέργεια μπορούσε να αξιοποιηθεί, οι ανανεώσιμες πηγές δεν θα συνεισέφεραν περίπου 25% στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, αλλά θα έφταναν το 30 με 31%».
Με απλά λόγια, στερούμαστε φθηνή και χαμηλών ρύπων ενέργεια και συνεχίζουμε να καταναλώνουμε συμβατικά καύσιμα, επειδή δεν έχουν αναπτυχθεί έγκαιρα οι κατάλληλες υποδομές, με αποτέλεσμα να πληρώνουμε αυξημένα κόστη και πρόστιμα ρύπων.
Περικοπές, νοικοκυριά και επενδύσεις
Στη συνέχεια, στο ερώτημα κατά πόσο η απόφαση για εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού συστήματος είναι συμφέρουσα απάντησε ότι «από τις συνολικές περικοπές των 300.000 μεγαβατωρών, περίπου 30.000 προέρχονται από τα νοικοκυριά και οι υπόλοιπες 270.000 από τα εμπορικά φωτοβολταϊκά πάρκα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι περικοπές αντιστοιχούν περίπου στο 6% της δυναμικότητας παραγωγής. Παρότι τα ποσοστά αυτά δεν είναι αμελητέα, δεν καθιστούν ακόμη τις επενδύσεις μη βιώσιμες. Ο κύριος Καραντώνης θέλησε να τονίσει το γεγονός ότι παρά τη κατάσταση με τις αποκοπές, ένα φωτοβολταϊκό σύστημα εξακολουθεί να αποσβένεται σε 3 έως 3,5 χρόνια και μια περικοπή της τάξης του 5–6% δεν αναιρεί τη συμφέρουσα φύση της επένδυσης». «Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι περικοπές ακολουθούν ανοδική πορεία και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί», κατέληξε.
Το πρόβλημα της κατανάλωσης στον χρόνο
Σε ερώτηση ποια είναι η αιτία των αποκοπών δήλωσε ότι «το βασικό ζήτημα στα νοικοκυριά είναι ότι η παραγωγή ενέργειας δεν συμπίπτει χρονικά με την κατανάλωση αφού υπάρχει υπερπροσφορά. Οι περισσότεροι πολίτες απουσιάζουν από το σπίτι κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν το φωτοβολταϊκό σύστημα παράγει ενέργεια. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 30% της παραγόμενης ενέργειας ιδιοκαταναλώνεται, ενώ το υπόλοιπο 70% εξάγεται στο δίκτυο, είτε για χρήση αργότερα την ίδια ημέρα είτε για μεταφορά σε επόμενους μήνες, όπως από την άνοιξη στο καλοκαίρι για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών κλιματισμού». Συνέχισε λέγοντας, ότι «στην πράξη, όμως, η χώρα δεν χρειάζεται αυτή την πλεονάζουσα ενέργεια την ώρα που παράγεται. Ακόμη και αν υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες αποθήκευσης, δεν υπάρχει τεχνολογία που να επιτρέπει την αποθήκευση ενέργειας από τον Απρίλιο ή τον Μάιο για χρήση μήνες αργότερα. Οι μπαταρίες μπορούν να βοηθήσουν στη μεταφορά παραγωγής από το μεσημέρι προς το βράδυ, όχι όμως από εποχή σε εποχή».
Ο ρόλος της αποθήκευσης και της έξυπνης κατανάλωσης
Όσο αφορά το πολυσυζητημένο θέμα περί αποθήκευσης της παραγόμενης ενέργειας μέσω μπαταριών, ο κύριος Καραντώνης, είπε ότι «η αποθήκευση αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο, κυρίως για τη μετατόπιση της πλεονάζουσας παραγωγής στις βραδινές ώρες. Εξίσου σημαντική είναι όμως και η μεταφορά καταναλώσεων στις ώρες που λειτουργεί το φωτοβολταϊκό, μέσω της χρήσης προγραμματιζόμενων συσκευών, χρονοδιακοπτών και έξυπνων συστημάτων διαχείρισης ενέργειας». Δεν υπάρχει κάποιο «μαγικό ραβδί» που να αποθηκεύει εποχική ενέργεια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μέσο νοικοκυριό την άνοιξη, το οποίο καταναλώνει ημερησίως 10 έως 15 κιλοβατώρες. Ένα φωτοβολταϊκό σύστημα ισχύος 4 kW μπορεί να παράξει περίπου 25 κιλοβατώρες την ημέρα. Ακόμη και αν αποθηκευτεί σημαντικό μέρος αυτής της ενέργειας, δεν μπορεί να καταναλωθεί όλη εντός 24 ωρών. Αυτό το πλεόνασμα είναι που δημιουργεί συστημικά προβλήματα, καθώς παλαιότερα μεταφερόταν για καλοκαιρινή χρήση, κάτι που σήμερα δυσκολεύει όλο το ενεργειακό σύστημα».
Ο κύριος Καραντώνης προειδοποίησε τους καταναλωτές «να μην προχωρήσουν άμεσα σε επίπεδο νοικοκυριού, στην εγκατάσταση μπαταριών αφου δεν είναι ακόμη απαραίτητη με περικοπές της τάξης του 5–6% και δεν θα πρέπει να το κάνουν χωρίς ξεκάθαρη οικονομική απόδοση». Αντίθετα, ανέφερε «τα κεντρικά συστήματα αποθήκευσης που προωθούνται από το κράτος είναι αναγκαία, αλλά δεν θα μηδενίσουν τις περικοπές. Το μόνο που μπορούν να επιτύχουν είναι να επιβραδύνουν την αύξησή τους, καθώς η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών συνεχίζεται. Οι περικοπές, πλέον, ήρθαν για να μείνουν».
Ο ρόλος του κράτους και οι δομικές λύσεις
Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας επισήμανε και τον ρόλο του κράτους σε εθνικό επίπεδο, αφού απαιτούνται παρεμβάσεις που θα μειώσουν την εξάρτηση από το μαζούτ και τα πρόστιμα ρύπων. «Οι κεντρικές μπαταρίες αποτελούν εργαλείο για την αντικατάσταση συμβατικών καυσίμων, όχι όμως πανάκεια. Η ηλεκτρική διασύνδεση μπορεί να προσφέρει ευελιξία και εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όχι όμως να εξαλείψει το πρόβλημα της υπερπαραγωγής, καθώς οι γειτονικές χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια φαινόμενα τις ίδιες ώρες.
Η σταδιακή μετάβαση σε πιο αποδοτικές και ευέλικτες μονάδες παραγωγής, όπως η χρήση φυσικού αερίου, θα μπορούσε να μειώσει άμεσα τους ρύπους κατά 30–40%, περιορίζοντας σημαντικά τα εκατομμύρια που πληρώνονται ετησίως σε πρόστιμα και επιτρέποντας μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων στο σύστημα», ανέφερε.
Net Billing και πραγματικός αντίκτυπος στα νοικοκυριά
Τελειώνοντας, ο Φάνος Καραντώνης είπε, ότι «με την εφαρμογή του Net Billing, ο συμψηφισμός παραγωγής και κατανάλωσης συνεχίζεται σε διμηνιαία βάση, με τη διαφορά ότι η πλεονάζουσα ενέργεια αποζημιώνεται περίπου στα 0,10 ευρώ ανά κιλοβατώρα, ενώ η ενέργεια που αγοράζεται κοστίζει περίπου 0,25 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Έτσι, ένα νοικοκυριό που με το Net Metering πλήρωνε 30–40 ευρώ ανά διμηνία, με το Net Billing θα πληρώνει 70–80 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, το συνολικό όφελος παραμένει σημαντικό, της τάξης των 200–220 ευρώ ανά διμηνία για το μέσο νοικοκυριό.
Η μετάβαση από το Net Metering στο Net Billing δεν διπλασιάζει τον χρόνο απόσβεσης της επένδυσης. Ένα φωτοβολταϊκό σύστημα που αποσβενόταν σε περίπου τρία χρόνια, σήμερα αποσβένεται σε περίπου 3,5 χρόνια, παραμένοντας μια οικονομικά συμφέρουσα επιλογή».
Πηγή: Sigmalive










