Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΔΙΕΘΝΗ Οι διεθνείς εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας του 2025 από το φακό του ξένου Τύπου
Οι διεθνείς εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας του 2025 από το φακό του ξένου Τύπου

Οι διεθνείς εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας του 2025 από το φακό του ξένου Τύπου

Κύριο θέμα της τελευταίας εβδομάδας του έτους στον διεθνή Τύπο υπήρξε η αίσθηση ότι το 2025 παγίωσε οριστικά μια «εποχή σύγκρουσης», με την αμερικανοκεντρική τάξη να υποχωρεί και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ να αναδιαμορφώνεται από τον Ντόναλντ Τραμπ, σηματοδοτώντας, κατά αναλυτές, το τέλος της Pax Americana. Στο ίδιο κάδρο εντάσσονται οι ανοιχτές εστίες: στην Ουκρανία, ο ισχυρισμός ότι μια συμφωνία είναι «95% έτοιμη» αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς το κρίσιμο «5%» προϋποθέτει συναίνεση Πούτιν και αξιόπιστες εγγυήσεις. 

Παράλληλα, η Ευρώπη μετρά τις υβριδικές ενέργειες της Ρωσίας και προειδοποιείται για πιθανή κλιμάκωση το 2026, ιδίως ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων. Στη Μέση Ανατολή, το αβέβαιο τριφασικό σχέδιο κατάπαυσης στη Γάζα και το «Δωδεκαήμερο» Ισραήλ–Ιράν διατηρούν την ένταση καθημερινά, ενώ στον Λίβανο καταγράφονται φόβοι μετατόπισης επιρροής από το Ιράν προς την Τουρκία. Στη Συρία, επεισόδια στις ακτές ώθησαν τον στρατό να επέμβει για «αποκατάσταση ασφάλειας», με νεκρούς και τραυματίες. Στην Ασία, κλιμακώθηκαν η διαμάχη Καμπότζης–Ταϊλάνδης και οι συγκρούσεις Ινδίας–Πακιστάν στο Κασμίρ, ενώ στην Ταϊβάν προβάλλεται η απειλή «πολιτικού πολέμου».

Στο γεωοικονομικό μέτωπο, οι αμερικανικοί δασμοί και η κινεζική εργαλειοποίηση σπάνιων γαιών μετατρέπουν το εμπόριο σε πεδίο αντιπαράθεσης, με συνέπειες σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Τέλος, η συνεχιζόμενη τραγωδία στο Σουδάν υπενθυμίζει το βαρύ ανθρώπινο κόστος.

Ο δυτικός Τύπος

Στην ανάλυση με τίτλο «Τα δέκα σημαντικότερα παγκόσμια γεγονότα του 2025», που δημοσιεύθηκε στο Council on Foreign Relations (ημερομηνία πρόσβασης: 30 Δεκεμβρίου), ο James M. Lindsay σκιαγραφεί μια χρονιά κατά την οποία η σύγκρουση υπερίσχυσε της συνεργασίας και η αμερικανοκεντρική τάξη έδειξε να υποχωρεί. Ο συγγραφέας επιλέγει δέκα γεγονότα που θα συνεχίσουν να καθορίζουν την ατζέντα το 2026. Στην Ασία, η σύγκρουση Καμπότζης–Ταϊλάνδης γύρω από συνοριακές διεκδικήσεις κλιμακώθηκε, παρά τις μεσολαβήσεις, ενώ η ένταση Ινδίας–Πακιστάν στο Κασμίρ οδήγησε σε τριήμερη ανταλλαγή πληγμάτων και σε εύθραυστη εκεχειρία. Στο Βατικανό, ο Robert Prevost εξελέγη Πάπας Λέων ΙΔ΄ (Leo XIV), στην πρώτη εκλογή Αμερικανού Πάπα. Η κούρσα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) οξύνθηκε, με τεχνολογικούς περιορισμούς, στροφή στις εξαγωγές τσιπ και ανησυχία για τις οικονομικές και εργασιακές συνέπειες. Η εμφύλια τραγωδία στο Σουδάν συνεχίστηκε, με τεράστιες απώλειες και εκτοπισμούς. Οι ΗΠΑ προώθησαν τριφασικό σχέδιο για κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, αλλά η εφαρμογή του παραμένει αβέβαιη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία παρέμεινε πόλεμος φθοράς, με περιορισμένα ρωσικά κέρδη και πίεση για εκεχειρία. Στη Μέση Ανατολή, το «Δωδεκαήμερο» Ισραήλ–Ιράν έπληξε πυρηνικές εγκαταστάσεις, χωρίς να επιλύσει τη διαμάχη. Η Κίνα εργαλειοποίησε τις σπάνιες γαίες, επηρεάζοντας δασμούς και ελέγχους εξαγωγών. Πρώτον, ο Τραμπ αναμόρφωσε ριζικά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, με αποχωρήσεις από θεσμούς, δασμούς και αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες, σηματοδοτώντας το τέλος της Pax Americana.

Η ανάλυση με τίτλο «Είναι ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία για την Ουκρανία είναι “95% έτοιμη” άλλη μία κενή διαβεβαίωση του Τραμπ;» (The Guardian, 29 Δεκεμβρίου) αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τον ισχυρισμό του Ντόναλντ Τραμπ ότι η συμφωνία τερματισμού του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας είναι σχεδόν ολοκληρωμένη, μετά τη συνάντησή του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο συντάκτης τονίζει ότι το «εναπομένον 5%» είναι καθοριστικό, επειδή απαιτεί τη συναίνεση του Βλαντίμιρ Πούτιν, για την οποία δεν υπάρχουν ενδείξεις. Υπενθυμίζει ότι, μετά τη διαρροή αμερικανικού σχεδίου ειρήνης, το οποίο φέρεται να ξεκίνησε ως ρωσικός κατάλογος απαιτήσεων, πολλαπλές προθεσμίες (π.χ. Ημέρα των Ευχαριστιών, Χριστούγεννα) παρήλθαν χωρίς αποτέλεσμα. Η Ρωσία επιμένει ότι ο πόλεμος θα λήξει μόνο όταν αντιμετωπιστούν οι «ριζικές αιτίες», διατύπωση που υπονοεί έλεγχο επί του μέλλοντος της Ουκρανίας. Παρά τη δύσκολη χειμερινή συγκυρία, το Κίεβο δεν θεωρεί την παράδοση επιλογή, ενώ ο Τραμπ δεν δείχνει διάθεση να πιέσει τον Πούτιν. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι επικεντρώνονται στο να κρατήσουν τις ΗΠΑ εμπλεκόμενες και να εξασφαλίσουν «ισχυρές» 15ετείς εγγυήσεις, οι οποίες όμως παραμένουν ασαφείς και είναι πιθανό να απορριφθούν από τη Μόσχα. Ακόμη κι αν υπάρξει κατάπαυση του πυρός, η επιβολή της είναι αβέβαιη, αφήνοντας την Ουκρανία αντιμέτωπη, βραχυπρόθεσμα, με ένα αβέβαιο δίλημμα: αντοχή έως ότου αλλάξουν οι συνθήκες στη Ρωσία ή αποδοχή επώδυνων όρων.

Η ανάλυση του Sébastian Seibt με τίτλο «Μειώθηκαν φέτος οι επιθέσεις υβριδικού πολέμου της Ρωσίας στην Ευρώπη, αλλά θα αυξηθούν το 2026;», που δημοσιεύθηκε από το δίκτυο FRANCE 24 στις 28 Δεκεμβρίου, αποτιμά το 2025 ως χρονιά κατά την οποία οι επιχειρήσεις υβριδικού πολέμου —σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, εμπρησμοί, βανδαλισμοί, απόπειρες δολοφονίας και επιχειρήσεις επιρροής— κυριάρχησαν στα πρωτοσέλιδα, παρότι τα περιστατικά (εκτός των επιθέσεων με drones) μειώθηκαν σε σχέση με το 2024. Παράδειγμα αποτελεί η απόπειρα δολοφονίας του ακτιβιστή Vladimir Ossetchkine στη Μπιαρίτς, ενώ αναφέρονται υποθέσεις με στόχους όπως ο επικεφαλής της Rheinmetall και ο δημοσιογράφος Christo Grozev. Ειδικοί επισημαίνουν ότι η «άρνηση ευθύνης» είναι δομικό χαρακτηριστικό, άρα η άμεση σύνδεση με τη Μόσχα παραμένει δύσκολη. Στόχος, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η τιμωρία της Ευρώπης για τη στήριξη στην Ουκρανία: η αποσταθεροποίηση κοινωνιών, η όξυνση διαιρέσεων και η υπονόμευση της δημόσιας και πολιτικής στήριξης προς το Κίεβο. Η πτώση των περιστατικών αποδίδεται είτε σε καλύτερη αποτροπή από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες είτε σε τακτική παύση, καθώς το Κρεμλίνο ποντάρει σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, είτε σε αναθεώρηση στρατηγικής. Αναφέρεται επίσης ότι συλλήψεις στη Γερμανία για εκρηκτικά δέματα δείχνουν βελτιωμένη ανίχνευση σχεδίων πριν εκτελεστούν. Το κείμενο προειδοποιεί ότι το 2026 μπορεί να φέρει κλιμάκωση, ιδίως με πιο «φιλόδοξες» επιθέσεις και επιχειρήσεις επιρροής ενόψει εκλογών σε χώρες όπως η Γαλλία και αλλού.

«Το παγκόσμιο εμπόριο κλονίστηκε το 2025, καθώς η Ευρώπη πιέστηκε από αμερικανικούς δασμούς και από ένα νέο σοκ εκ μέρους της Κίνας», είναι ο τίτλος της ανάλυσης του Euronews (29 Δεκεμβρίου) που υπογράφει η Peggy Corlin. Το κείμενο περιγράφει πώς η ΕΕ βρέθηκε στριμωγμένη ανάμεσα στην επιθετική εμπορική ατζέντα των ΗΠΑ και στην κινεζική εργαλειοποίηση κρίσιμων αγαθών. Το πρώτο πλήγμα ήρθε στις 2 Απριλίου, όταν ο Τραμπ επέβαλε εκτεταμένους δασμούς, συμπεριλαμβανομένης επιβάρυνσης κατά 20% στην ΕΕ και αυξήσεων σε χάλυβα/αλουμίνιο έως 50%, προκαλώντας αναδρομολόγηση ροών προς την Ευρώπη και έντονες διαπραγματεύσεις. Μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου, οι συνομιλίες χαρακτηρίστηκαν από απειλές κλιμάκωσης και από πίεση στις ευρωπαϊκές «μη δασμολογικές» ρυθμίσεις, ενώ οι Βρυξέλλες προετοίμαζαν αντίμετρα, τα οποία όμως ανέστειλαν. Στις 27 Ιουλίου, η von der Leyen και ο Τραμπ κατέληξαν σε συμφωνία: μηδενικοί δασμοί της ΕΕ στα περισσότερα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, αλλά δασμοί 15% των ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές εξαγωγές, μαζί με δεσμεύσεις για επενδύσεις και αγορές ενέργειας. Παράλληλα, η Κίνα αύξησε τις εξαγωγές προς την ΕΕ και περιόρισε τις σπάνιες γαίες, τροφοδοτώντας φόβους για «δεύτερο China shock» και αποκαλύπτοντας την περιορισμένη ευρωπαϊκή μόχλευση. Η ΕΕ αναζητά νέες συμμαχίες και αγορές, ενισχύει εργαλεία οικονομικής ασφάλειας και επιταχύνει τη διαφοροποίηση του εμπορίου ενόψει του 2026. Παράλληλα, διερευνά συμφωνίες με το Μεξικό και την Ινδονησία και αναβιώνει το Mercosur, ενώ ο πόλεμος δασμών μεταφέρεται σταδιακά και στο ψηφιακό πεδίο.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Η ενημερωτική ιστοσελίδα Enab Baladi, στις 29 Δεκεμβρίου, δημοσίευσε ρεπορτάζ με τίτλο «Μετά από νεκρούς και τραυματίες στις συριακές ακτές, το Υπουργείο Άμυνας λέει ότι ο στρατός παρενέβη για τη διατήρηση της ασφάλειας». Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι μονάδες του συριακού στρατού, με υποστήριξη τεθωρακισμένων, εισήλθαν στα κέντρα της Λαττάκειας και της Ταρτούς μετά την κλιμάκωση επιθέσεων από ομάδες που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «παρανόμους», οι οποίες στόχευσαν κατοίκους και δυνάμεις ασφαλείας. Σύμφωνα με ανακοίνωση που μεταδόθηκε από το SANA, αποστολή του στρατού είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας, σε συνεργασία με τις Δυνάμεις Εσωτερικής Ασφάλειας. Η παρέμβαση ακολούθησε επεισόδια γύρω από διαδηλώσεις στην ακτή: τρεις άνθρωποι, ανάμεσά τους και μέλος των δυνάμεων ασφαλείας, σκοτώθηκαν, περίπου 60 τραυματίστηκαν και προκλήθηκαν ζημιές σε οχήματα διοίκησης και σε δύο ασθενοφόρα. Οι κινητοποιήσεις, με την ονομασία «Πλημμύρα Αξιοπρέπειας», έγιναν ύστερα από κάλεσμα του Sheikh Ghazal Ghazal και επεκτάθηκαν σε πόλεις και χωριά της Λαττάκειας και της Ταρτούς, καθώς και σε περιοχές της Χομς και της Χάμα. Καταγράφηκαν αντικρουόμενες συγκεντρώσεις (φιλοκυβερνητικές και αντιδρώσες), συνθήματα για «να σταματήσει το αιματοκύλισμα», ομοσπονδιοποίηση και δικαιοσύνη, καθώς και αιτήματα για απελευθέρωση κρατουμένων. Συγκρούσεις ξέσπασαν σε κόμβους όπως ο al-Azhari, με λιθοβολισμούς, πυρά από κτίρια και ρίψη χειροβομβίδας, ενώ αναφέρθηκαν επιθέσεις με αιχμηρά αντικείμενα, βανδαλισμοί και καταγγελίες για ένοπλους μασκοφόρους μέσα στο πλήθος.

Το άρθρο γνώμης με τίτλο «Ο λύκος με κοστούμι: γιατί η Τουρκία είναι η νέα απειλή που καταπίνει τον Λίβανο», που δημοσιεύθηκε στο ynetGlobal (ημερομηνία πρόσβασης: 31 Δεκεμβρίου), υποστηρίζει ότι, καθώς η Hezbollah αποδυναμώνεται και χάνει τη συριακή γραμμή ανεφοδιασμού της, ο Λίβανος κινδυνεύει να ανταλλάξει την ιρανική κηδεμονία με μια ήσυχη, αλλά πιο διεισδυτική, τουρκική ισλαμιστική επιρροή. Ο συγγραφέας περιγράφει την Άγκυρα ως «κατακτητή με κοστούμι», που προβάλλει λόγο σταθερότητας και προστασίας των Σουνιτών, αλλά επιδιώκει τη μετατροπή του Λιβάνου σε δορυφόρο μέσω οικονομικών συμβολαίων, χρηματοδότησης από το Κατάρ και σκληρής ισχύος. Κομβικό παράδειγμα αποτελεί η φερόμενη τουρκική προειδοποίηση προς τη Βηρυτό να μην προχωρήσει σε θαλάσσια οριοθέτηση με την Κύπρο χωρίς τουρκική έγκριση, στο πλαίσιο του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα» και του στόχου να μπλοκαριστεί ο ενεργειακός άξονας Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας. Η πτώση του Άσαντ και η άνοδος μεταβατικής εξουσίας υπό τον Αχμάντ αλ Σάραα, κατά τον αρθρογράφο, τροφοδοτούν σουνιτική ευφορία στην Τρίπολη και στη Βηρυτό, αλλά και νέες απειλές, με επέκταση τουρκικών δικτύων και επαναριζοσπαστικοποίηση ομάδων. Προειδοποιεί ότι η μετατόπιση αυτή μπορεί να δημιουργήσει πολυκέφαλη απειλή στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ και να εγκλωβίσει τον Λίβανο σε αυταρχισμό. Ως εναλλακτική, προτείνει μια «μεσογειακή» πορεία: ενίσχυση της κρατικής διπλωματίας, τοποθέτηση του Simon Karam σε μηχανισμό εκεχειρίας, σύνδεση με τον EuroAsia Interconnector, αναβάθμιση του αεροδρομίου Rene Mouawad και δημιουργία διαδρόμου εμπορίου Χάιφα–Τρίπολη.

Ο Τύπος της Ασίας

«Ο πόλεμος δεν έρχεται, είναι ήδη σιωπηλά εδώ» είναι ο τίτλος του άρθρου γνώμης του Hsiao Hsi-huei, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 29 Δεκεμβρίου στην Taipei Times. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η Ταϊβάν δεν ζει σε πραγματική ειρήνη, αλλά σε παρατεταμένη κατάσταση πολιτικού πολέμου, όπου η διείσδυση, η χειραγώγηση και η ψυχολογική επιρροή αντικαθιστούν τις ανοιχτές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το Κοινοβούλιο (Legislative Yuan) παρουσιάζεται ως γραμμή άμυνας, επειδή οι βουλευτές διαχειρίζονται αμυντικούς προϋπολογισμούς και τη νομοθεσία εθνικής ασφάλειας, ενώ έχουν πρόσβαση σε απόρρητες ενημερώσεις. Με αναφορά στον Κλαούζεβιτς (Clausewitz), ο συγγραφέας τονίζει ότι η σύγκρουση συνεχίζει την πολιτική «με άλλα μέσα» και ότι τα πρόσφατα περιστατικά κατασκοπείας —στρατιωτικοί που επηρεάστηκαν, πρώην στελέχη της Προεδρίας και του ΥΠΕΞ που φέρονται να διέρρευσαν διαβαθμισμένα— αποκαλύπτουν επαναλαμβανόμενες θεσμικές ευαλωτότητες. Το «κέντρο βάρους» της Ταϊβάν δεν είναι ένα οπλικό σύστημα, αλλά η δημοκρατική αξιοπιστία, η κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και η δημόσια εμπιστοσύνη στη βούληση αυτοάμυνας. Γι’ αυτό στηρίζει τις τροποποιήσεις που απαιτούν προέγκριση και πλήρη διαφάνεια για ταξίδια βουλευτών στην Κίνα, με κυρώσεις για παραβάσεις: όχι για να διακοπούν οι ανταλλαγές, αλλά για να αυξηθεί το κόστος της διείσδυσης και να ενισχυθεί η «αμυντική δημοκρατία» μέσω λογοδοσίας. Προειδοποιεί ότι η ψευδαίσθηση ειρήνης είναι στρατηγικό λάθος: χωρίς διαφάνεια, οι θεσμοί αποδυναμώνονται, ενώ ο κανόνας δικαίου γίνεται η κύρια άμυνα για όλους.

Σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 29 Δεκεμβρίου στη South China Morning Post, με τίτλο «Η Ευρώπη κινδυνεύει με μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία πολέμου με τη Ρωσία», ο Ruairidh J. Brown υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη ευρωπαϊκή πολεμική ρητορική και η προετοιμασία για σύγκρουση μπορεί να παράγουν ακριβώς τον πόλεμο που υποτίθεται ότι αποτρέπουν. Επικαλείται ιστορικά παραδείγματα και τον Θουκυδίδη, καθώς και τη θεωρία της «παγίδας του Θουκυδίδη», για να δείξει πώς ο φόβος και οι συμμαχίες κλιμακώνουν την καχυποψία και κανονικοποιούν τη σύγκρουση. Κατά τον συγγραφέα, η ανησυχία για μια «επιθετική» Ρωσία οδηγεί την Ευρώπη σε στρατιωτικοποίηση, κάτι που με τη σειρά του επιβεβαιώνει τις υποψίες της Μόσχας και τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο αποτροπής και έντασης. Προτείνει παύση των «τυμπάνων πολέμου» και πιο νηφάλια αξιολόγηση του κινδύνου: θεωρεί απίθανη μια ρωσική επίθεση σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, επειδή ο Τραμπ δύσκολα θα άφηνε να πληγεί η εικόνα ισχύος του και επειδή η άμυνα της Ευρώπης εξυπηρετεί αμερικανικά συμφέροντα και μια κερδοφόρα αγορά εξοπλισμών. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι αυξήσεις αμυντικών δαπανών χρειάζονται προσεκτικό «κάδρο», ώστε να μη μεταφράζονται ως προετοιμασία πολέμου. Η Ευρώπη, καταλήγει, πρέπει να εξασφαλίσει το μέλλον της με δίκαιες συνεισφορές στο ΝΑΤΟ και ισχυρή διατλαντική αμυντική συνεργασία, όχι με κλιμάκωση απέναντι στη Ρωσία, και να κρατά ανοιχτούς διαύλους διπλωματίας και διαλόγου.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

Στο άρθρο «Η κατάρρευση της αμερικανικής «πυραμίδας εμπιστοσύνης» γύρω από την Ουκρανία», που δημοσιεύτηκε στην Kommersant (ημερομηνία πρόσβασης 31 Δεκεμβρίου), ο Andrey Sushentsov εκτιμά ότι οι ΗΠΑ αναγνώρισαν πως ο στόχος «στρατηγικής ήττας» της Ρωσίας δεν είναι εφικτός. Υποστηρίζει ότι, για να αποφύγουν το πολιτικό κόστος μιας ουκρανικής ήττας που θα χρεωνόταν στον Λευκό Οίκο, οι ΗΠΑ αποσύρονται από την αντιρωσική συμμαχία που οι ίδιες συγκρότησαν, έχοντας αποκομίσει οφέλη. Κατά τον συγγραφέα, η Ουάσιγκτον εκτόπισε τη Ρωσία από την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, επέβαλε στην ΕΕ εμπορικούς όρους ευνοϊκούς για τις ΗΠΑ και επιτάχυνε μεταφορά κεφαλαίων και βιομηχανίας από την Ευρώπη στην Αμερική. Ως χαμένοι αναφέρονται η Ουκρανία, η ΕΕ και η Βρετανία, οι οποίες πλήρωσαν το βάρος χωρίς ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Ο Sushentsov περιγράφει κόπωση στην Ευρώπη, αδυναμία αξιοποίησης παγωμένων ρωσικών αποθεμάτων και διχασμό μεταξύ «μιλιταριστών» και «μετριοπαθών», με Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία σε αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες. Θεωρεί ότι η Δύση άλλαξε στρατηγική και επιδιώκει ειρήνη, πιέζοντας το Κίεβο μέσω σκανδάλου διαφθοράς και απειλής διακοπής στήριξης. Τέλος, παρουσιάζει σχέδιο Τραμπ βασισμένο στο «μνημόνιο της Κωνσταντινούπολης», με αποχώρηση από το Ντονμπάς, ουδετερότητα και περιορισμούς των ουκρανικών δυνάμεων, ως σημείο καμπής που μεταφέρει τη διαπραγμάτευση στο εσωτερικό της Ουκρανίας και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Στο άρθρο «Συστήματα ΠΑΑ, πύραυλοι και τηλεχειριζόμενοι πύργοι: ποια όπλα υποσχέθηκαν στην Ουκρανία οι διεθνείς εταίροι», που δημοσιεύτηκε στην ουκρανική ενημερωτική ιστοσελίδα Expres Online στις 26 Δεκεμβρίου, ο Bohdan Kufryk συνοψίζει τα αποτελέσματα του 32ου “Ramstein”. Κατά τη συνεδρίαση της Ομάδας Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας, ο Denys Shmyhal τόνισε ότι το 2025 οι εταίροι δεσμεύτηκαν για 5 δισ. δολάρια προς την ουκρανική αμυντική παραγωγή και άλλα περίπου 5 δισ. για προμήθειες αμερικανικού οπλισμού, με στόχο να διατηρηθεί η δυναμική το 2026. Σύμφωνα με τον Dmytro Levus, 15 χώρες δήλωσαν στήριξη για το 2026 με έμφαση στην αεράμυνα: η Γερμανία θα διαθέσει 11,5 δισ. ευρώ και θα παραδώσει AIM‑9 Sidewinder από αποθέματα, ενώ επιβεβαιώθηκε η παράδοση δύο Patriot και της 9ης IRIS‑T. Το Ηνωμένο Βασίλειο προετοιμάζει πακέτο 804 εκατ. δολαρίων για συστήματα ΠΑΑ, πυραύλους και αυτοματοποιημένους πύργους κατά drones. Οι Κάτω Χώρες δεσμεύουν 700 εκατ. ευρώ για UAV, εκ των οποίων 400 εκατ. για ουκρανικής παραγωγής, με πρόσθετη συνεισφορά 18,6 εκατ. ευρώ από τον Καναδά. Η Τσεχία χρηματοδοτεί 760 χιλ. βλήματα για το 2026, ενώ η PURL προβλέπει χρηματοδότηση αγορών αμερικανικών όπλων από αποθέματα με ανάγκες 15 δισ. δολαρίων το 2026, ως μήνυμα ότι η στήριξη συνεχίζεται.

Send this to a friend